Thursday, November 30, 2006

Η μικρή Μαρία στο Ναύπλιο

Η μικρή Μαρία στο Ναύπλιο

Είχε ξαναπάει η μικρή Μαρία στο Ναύπλιο, αλλά ήτανε παιδούλα τότες, και δε θυμόταν και πολλά.
Μέχρι που ξαναπήγε το προηγούμεο Σαββατοκύριακο με αφορμή την 4η Σύνάντηση Νέων Συγγραφέων. Ωραίο το Ναύπλιο, καλός ο καιρός και το ξενοδοχείο μια χαρούλα ήταν- έκανε βέβαια λίγο αεροβική για να χωρέσει στο μπάνιο, αλλά αφού ήταν για καλό σκοπό, χαλάλι. Έσερνε και τη μικρή της αδερφή μαζί. Για να έχει παρέα στα ψώνια και στον ύπνο, γιατί τα βράδια τηρούσε ωράριο καλογραίας. Με τις κότες κοιμότανε (όχι αγκαλίτσα), με τις καμπάνες της εκκλησιάς σηκωνότανε. Όμορφα πέρασε.
Τη Δευτέρα μόνο δεν είχε πολύ κουράγιο στη δουλειά, και την έπαιρνε ο ύπνος μπροστά στον υπολογιστή.
Θα αναρωτηθεί κανείς: Γιατί, καλή μου; Μήπως ξενύχτησες; Μήπως υπερκουράστηκες; Εκδρομούλα ήσανε!
Παρ' όλ' αυτά η μικρή Μαρία κοιμόταν σχεδόν όλη τη Δευτέρα στο γραφείο της.

Πράγματι ήταν πολύ ωραία εμπειρία. Στη συνάντηση (που διοργάνωσε η Λώρη με το ΝΑ ΕΝΑ ΜΗΛΟ) μίλησε κιόλας. Και τι είπε! Θα τη ζήλευαν και οι μεγαλύτεροι ρήτορες, συντονίζοντας την πρώτη συνεδρία. Όλο το βράδυ έκανε πρόβα με την αδερφή της στην ανάγνωση.
"Σαν καρδιογράφημα νεκρού διαβάζεις", της έλεγε η μικρή, με εμπειρία μαθημάτων υποκριτικής, και η μικρή Μαρία διάβαζε και διάβαζε και διάβαζε, μέχρι να μπει το κείμενο στο πετσί της, να το ζήσει, να το βιώσει, να το κάνει σκουπίδι και να το αναδημιουργήσει, να το... -α, σόρυ, εισήγηση ήταν, όχι ο Μάκβεθ.

Τέλος πάντων, το έμαθε, το είπε, έκανε τα λιγότερα δυνατά λάθη, περιόρισε τα "εεεεεεεεεεε" στα 5 ανά δευτερόλεπτο και σε γενικές γραμμές δεν έγινε ρεζίλι. Κάτι ήταν κι αυτό. Είχε ενδιαφέρον. Χρησιμοποίησε και τις γνώσεις της περί πειθαρχίας των πεντάχρονων από τότε που δούλευε στον παιδότοπο και όλα κύλισαν ρολόι...

Αλλά και αυτά που άκουσε ήταν πολύ καλά! Συζήτησαν, έμαθε πράγματα που δεν είχε ξανασκεφτεί, αναθεώρησε για πολλές μαλακίες που θεωρούσε δεδομένες, γνώρισε γνωστούς και μη συγγραφείς (μη γνωστούς όχι μη συγγραφείς) και στο τέλος κοιμόταν -ή προσπαθούσε τουλάχιστον να κοιμηθεί- στο μικρό εκείνο πουλμανάκι που δεν τους πήγαινε στο ΠΙΚΠΑ, αλλά τους γύρναγε στα σπιτάκια τους στην Αθήνα (ε, και ΠΙΚΠΑ να λέγαμε, δε θα πέφταμε έξω...).

Άντε, μακάρι και του χρόνου στην Ελβετία!

Thursday, November 09, 2006

not very optimistic today...
Βικτόρια, ώρα 3.00 π.μ.

Της νύχτας τα λευκά μαλλιά
Να μην τα βλέπεις μαύρα
Να μην τα βλέπεις σκοτεινά

Της νύχτας τα βαμμένα μάτια
Να μην τα βλέπεις όμορφα
Να μην τα βλέπεις σαγηνευτικά

Της νύχτας τα σαρκώδη χείλη
Να μην τα βλέπεις ερεθιστικά
Να μην τα βλέπεις ζωντανά

Είναι τα χείλη μιας πουτάνας
Είναι τα μάτια μιας πρεζούς
Είναι τα μαλλιά μιας άστεγης γριάς

Είναι η νύχτα της Βικτόριας
Με τα ξεπλυμένα πλακάκια στο σταθμό
Και τις πεταμένες σύριγγες έξω από το θέατρο.

Friday, November 03, 2006

Οι περιπέτειες της μικρής Μαρίας.

Επεισόδιο 1ο:

Η μικρή Μαρία έζησε την απόλυτη περιπέτεια.
Και ιδού το γεγονός:

Ώρα 1 μ.μ., όπερ σημαίνει Πέμπτη χθές, άρα το 1 μ.μ. συνεπάγεται μια κόπωση, μια φρίκη και δυσωδία έπειτα από μία επίσης φριχτή μέρα στη δουλειά. Εξηγούμαι: Η μικρή Μαρία εκεί που δουλεύει λαμβάνει για τον λόγο χ 100 τηλεφωνήματα την ημέρα (χωρίς καν να εργάζεται ως τηλεφωνήτρια, αλλά αυτό ουδεμία σημασία έχει). Λαμβάνουσα λοιπόν τα 100 τηλεφωνήματα την ημέρα χρειάστηκε εχθές (ημέρα Πέμπτη) να ενημερώσει τους 80 πως το χ άκυρο, δεν παίζει, πάπαλα, τον πούλο. Από τους 80 που επιθυμούσαν το χ, οι 30 το πήραν καλά. Δέχτηκαν πως χ δεν παίζει πλέον. Οι υπόλοιποι 50 όμως δεν το έβαλαν κάτω. Φώναξαν, έβρισαν, επικαλέστηκαν κάθε είδους μέσο (όπως και το Φόρουμ γνωστού Έλληνα τραγουδιστή από τη συμπρωτεύουσα), και όταν είδαν πως η μικρή Μαρία παρέμεινε άτεγκη και συνεπής στο καθήκον της (να ενημερώνει πως οιος θέλει χ, τον πούλο), έβριζαν και κοπανούσαν το ακουστικό.

Λοιπόν...

Αυτό κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Έχουσα υποβάλει λοιπόν η μικρή Μαρία αιτήσεις για την χορήγηση ψυχοφαρμάκων στον χώρο εργασίας της και νιώθοντας τον εγκέφαλό της να βράζει (αυτό που κάνει μπουρμπουλήρθες και όχι απλώς φυσαλίδες), πέρασε τελικά η ώρα και σχόλασε.

Το απόγευμα, όμως δεν ξεκουράστηκε. Δεν πήγε να φτιάξει τα νύχια της, τα δόντια της και να κάψει το περιττό της λίπος στο γυμναστήριο. Δεν πήγε να κάνει κούρα ομορφιάς (παρ' ότι η ομορφιά φυσική και το κάλλος ατελείωτο), ούτε καν απλώθηκε σαν τη χολέρα στον καναπέ να δει τηλεόραση και να σαβουρώσει ότι βρει μπροστά της (με προτίμηση στα ντολμαδάκια κονσέρβα που πολύ της αρέσουν). Όχι!

Πήγε σε μία δεύτερη δουλειά, όπου αντιμετώπισε μια πιο χαλαρή κατάσταση, η οποία όμως συνέβαλε και αυτή στην τελική πτώση και κατάπτωση.

Η ώρα λοιπόν πήγε 12.00, πήγε 12.30 και με μια φίλη της πήραν το δρόμο του γυρισμού. Δεν πήγαν μαζί στο σπίτι, αλλά η φίλη της την άφησε κάπου κοντά για να πάρει ταξί.

Σημειωτέον: Η μικρή Μαρία έχει ψύχωση με το κινητό της. Ποτέ δεν περιμένει κάποιο σοβαρό τηλέφωνο, αλλά θέλει πάντα να είναι έτοιμη να το απαντήσει και να νιώσει χρήσιμη, ποθητή και αποτελεσματική (τα ψυχολογικά προβλήματα της μικρής Μαρία είναι ουκ ολίγα. Απ' όταν τη χτύπησε και ο κεραυνός έχει κάψει φλάτζες).

Λοιπόν... Φτάνουμε στην επίμαχη στιγμή.

Μέσα στο ταξί η μικρή Μαρία, σε κατάσταση αφασίας, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ίσα που έχει δύναμη να κατευθύνει τον -παραδόξως- ευγενή ταξιτζή.
Κατεβαίνει από ταξί, πληρώνει, αφήνει πουρμπουάρ (γκαρσόνια κατήντησαν και οι ταρίφες) και μπαίνει στο σπίτι της.
Βγάζει τα παπούτσια της, πάει να βγάλει το κινητό...
πουθενά το κινητό! Ψάχνει από 'δω, ψάνχει από 'κει... τίποτα.
Τον πούλο που μοίραζε από το πρωί, τον τρώει ξαφνικά η κεραυνοβολημένη μικρή Μαρία.

Πρέπει να παραδεχτούμε πως παρέμεινε ψύχραιμη. Πήρε τηλέφωνο στην απογευματινή δουλειά (όπου κάποιος κακόμοιρος ακόμη δεν είχε πάει σπίτι του), πήρε τηλέφωνο τη φίλη με το αυτοκίνητο, πήρε ακόμη και τον αριθμό της στο κινητό, αλλά δεν βρέθηκε τίποτα.
Προσπάθησε να τηλεφωνήσει στο κέντρο εξυπηρέτησης πελατών της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, αλλά και εκεί δεν βρήκε άκρη. Δεν τους έφτανε που τους έδινε τα στοιχεία της για να κάνουν φραγή εξερχομένων κλήσεων. Έπρεπε να ξυπνήσει τη μάνα της, για να τους μιλήσει και η ίδια (να ανταλλάξουν πρωινιάτικα συνταγές;) προκειμένου να προχωρήσουν στη φραγή, αφού το τηλέφωνο ήταν σε οικογενειακό πακέτο. Αφού λοιπόν, τους έβρισε η μικρή Μαρία που δεν έλεγαν να καταλάβουν πως δεν ήταν δυνατό να ξυπνήσει τη γυναίκα (μαμά) γιανα τους πει καλημέρα και να τους πείσει πως δεν είναι ελέφαντας, έκλεισε τη γραμμή και αποφάσισε να βάλει τα κλάμματα από τα νεύρα.

(κενό λογω κλαμμάτων)

Παρ' όλ' αυτά δεν απογοητεύτηκε. Φύσηξε τη μύτη της, σφούγγιξε τα μάτια της και αναγκουμπώθηκε. Συνέχισε επί μισή ώρα να καλεί ασταμάτητα τον εαυτό της στο κινητό που δεν είχε πια στα χέρια της.
Στη μισή ώρα, ακούει μια δειλή φωνή να απαντά το τηλέφωνο.
Ήταν η κοπελίτσα που μπήκε στο ταξί, μετά τη μικρή κεραυνοβολημένη Μαρία, και δεν άκουγε τίποτα άλλο από τη μουσική που είχε ο ευγενής ταξιτζής στη διαπασών.
Η συνεννόηση έγινε και η μικρή Μαρία βρέθηκε να περιμένει στις δύο παρά τον ευγενικό ταξιτζή να διασχίσει την μισή Αττική για να της επιστρέψει το κινητό τηλέφωνο.

Και το θαύμα έγινε. Ο ευγενής ταξιτζής, δοξάζοντας το κηλιδωμένο όνομα των απανταχού ταξιτζήδων, παρέδωσε το κινητό στα τρεμάμενα χέρια της μικρής Μαρίας.

Η αποστολή εξετελέσθη. Η μικρή Μαρία έσφιξε πάλι στην αγκαλιά της το αγαπημένο της κινητό. Και τι κινητό... Ούτε φωτογραφίες βγάζει, ούτε πολυφωνικούς ήχους έχει, ούτε τίποτα.
Απλώς ήταν το αγαπημένο παίχνίδι της μικρής Μαρία.

Έτσι τα ξημερώματα της Παρασκευής, εκείνη βρέθηκε να κοιμάται αγκαλιά με το κινητό της, χωρίς να σιχτιρίζει που θα βαρούσε στις 7.00 το πρωί για να την ξυπνήσει και να την πάει πάλι στη δουλειά.

(συνεχίζεται...)

Wednesday, November 01, 2006

Σήμερα η μικρή Μαρία έμαθε τι είναι το βλοοοογκκκκκκκ;;;
όχι, όχι, το ξέρω...

βλλλ...

μη, μη, μια προσπάθεια ακόμα...

β...

αηφασγηάσφ'σφησβδγσξβγ
(τη μικρή Μαρία έκαψε ο κεραυνός)