Tuesday, July 03, 2007
Η εβδομάδα των γιατρών
ενδοκρινολόγο
γυναικολόγο
παθολόγο
δερματολόγο
κάθε πέντε χρόνια παίζει σέντρα και ο βυζολόγος (στην επιστημονική ορολογία μαστολόγος).
Βέβαια αυτό θεωρητικά το κάνω κάθε Άνοιξη. Η εβδομάδα των γιατρώ όσο πάει και μετατίθεται. Τον ένα χρόνο είναι την Άνοιξη, τον επόμενο αρχές καλοκαιριού, τώρα έφτασα αρχές Ιουλίου. Είναι τόσο βαρετές αυτές οι μέρες που θα φύγω από τη δουλειά μου το απόγευμα και θα μπαστακωθώ στην αίθουσα αναμονής για μία και δύο ώρες, θα κοιτάζομαι με τους υπολοίπους κατά φαντασία και μη ασθενείς, θα σιχτιρίσω την ώρα και τη στιγμή που δεν έκανα μια απλή εισαγωγή σε νοσοκομείο –αν και γι’ αυτό θα πρέπει να πάρω άδεια, άρα θα πρέπει να βρω αντικαταστάτη στη δουλειά, πράγμα στην ουσία αδύνατο-, θα συνεχίσω να περιμένω και στο τέλος θα με καλέσει ο γιατρός στο γραφείο του.
Εκεί θα συμβούν διαφορετικά κατά περίπτωση πράγματα. Ο ενδοκρινολόγος θα με ζουπήξει στο λαιμό, θα μου πάρει την πίεση και θα με χρεώσει 100 ευρώ (έχω/δεν έχω κάτι, δεν έχει σημασία). Ο γυναικολόγος θα με παραπέμψει στις πεντακόσιες γραμματείς και νοσοκόμες του, θα με καθίσει στο σούπερ λουξ διαστημικό γυναικολογικό κάθισμα, θα με εξετάσει, και μετά η γραμματέας του θα μου πει πως επειδή είμαστε γνωστοί και φίλοι θα πληρώσω μόνο (!) 150 ευρώ –χωρίς απόδειξη εννοείται. Αυτόν τον γιατρό θα τον κλάσω λίγο καιρό μετά, δε θα ξαναπατήσω στο ντιζαϊνάτο ιατρείο του. Όταν βγάζω μύκητες, θέλω να μπορώ να μιλήσω μαζί του και όχι με τις γραμματείς του! Όταν νομίζω πως είμαι έγκυος θέλω να με καθησυχάσει/βρίσει/ορίσει ημερομηνία διαγραφής ο ίδιος και όχι η νοσοκόμα του!
Έπειτα θα πάω στον παθολόγο. Θα δει τις εξετάσεις μου, μαζί με τα πορίσματα των άλλων δύο, θα μου ξαναπάρει την πίεση, θα κάνει με σημασία «Αχαααα, χμμμ, όπως τα φαντάστηκα», θα με βρει απόλυτα υγιή και θα με χρεώσει 80 ευρώ –ούτε αυτός θα μου δώσει απόδειξη.
Σειρά έχει μετά ο δερματολόγος. Εκεί κι αν θα περιμένω στην αίθουσα αναμονής. Παράλληλα με το δερματολογικό λειτουργεί ο ιατρός και κέντρο αισθητικής, οπότε συγκεντρώνεται εκεί μέσα κάθε ακμή, σπυρί και κηλίδα. Περιμένω, περιμένω, περιμένω, είμαι σίγουρη πως θα μου βρει επιτέλους κάτι, τόσα λεφτά έχω ξοδέψει μέχρι στιγμής για να μου ξαναπούν πως είμαι μια χαρά, έχω και αυτά τα περίεργα σπυράκια στα χέρια. Το λιγότερο στρεπτόκοκκος.
«Ψυχοσωματικό» θα αποφανθεί ο γιατρός και θα μου ζητήσει 100 ευρώ. Θα έχω κάτσει στο γραφείο του μόλις δέκα λεπτά…
Το πραγματικό ερώτημα που προκύπτει από όλο αυτό το πατιρντί είναι απλό.
Γιατί δεν έγινα γιατρός, ο μαλάκας;
Είναι δυνατόν οι άνθρωποι που υποτίθεται πως θεραπεύουν τον κόσμο, να είναι οι βασικότεροι παράγοντες της παραοικονομίας –και απαντώ αμέσως ναι, φυσικά, εννοείται, δεν είμαι τόσο αφελής, απλά έπρεπε έστω και ρητορικά να θέσω την ερώτηση.
και τέλος θέλω να ρωτήσω: Είμαστε τόσο δειλοί και ανίκανοι να αντιδράσουμε σε αυτό; Πώς είναι δυνατόν να δεχόμαστε μια τέτοια εκμετάλλευση; Πώς ανεχόμαστε να χρυσοπληρώνουμε ανθρώπους, οι οποίοι δε λέω, σώζουν κατά καιρούς ζωές, αν και τον υπόλοιπο καιρό ξύνονται, είναι γελοίοι και τραμπούκοι;
Πολλά και φιλοσοφικά τα ερωτήματα. Όσο όμως δεν κάνω κι εγώ κάτι γι’ αυτά, θα συνεχίσω κάθε χρόνο να πληρώνω περί τα 300 ευρώ σε εξετάσεις, γιατρούς και πορίσματα, από το φόβο και μόνο μήπως πάθω κάτι. Τελικά ποιος είναι πιο μαλάκας; Εγώ ή αυτοί;
(αναγνωρίζουμε φυσικά πώς ανάμεσα σε όλους αυτούς υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις. ο αριθμός τους όμως το μόνο που κάνει είναι να επιβεβαιώνει τον κανόνα).
Monday, June 18, 2007
ΜΠΑΝΑΚΙ-ΜΑΝΑΚΙ
Χτυπάει τηλέφωνο.
«Ναι;» -προσθέτουμε ηχητικά εφέ, όπως χασμουρητό, φωνή κλεισμένη από το ξενύχτι και τα τσιγάρα, μη μιλήσει κανείς για την μυρωδιά της ανάσας μετά από τόσες ώρες κλεισούρας.
«Έλα», πάμε για μπάνιο;»
«Που;» το απότομο ξύπνημα, λόγω τηλεφώνου, δεν επιτρέπει απαντήσεις μεγαλύτερες της μίας λέξης.
«Δεν ξέρω, θα πάρω το φίλο μου τον Παναγιώτη και θα δούμε».
«Καλά θα τα πούμε αργότερα».
Το τηλέφωνο κλείνει. Σηκώνομαι από το κρεβάτι τρεκλίζοντας, η μέση μου είναι πιασμένη –από τον ύπνο και την επαναστατική μου άρνηση να αθληθώ-, πάω στο μπάνιο, κατουράω, πλένω τη μούρη μου, φοράω τα γυαλιά μου –καθότι ημίτυφλη χωρίς αυτά-, ανοίγω τα παντζούρια μου και σκάει πάνω μου το πρώτο κύμα ζέστης.
Έχω δύο επιλογές, καθότι Κυριακή. Να σαπίσω στο σπίτι, να μην κουνηθώ καθόλου ή να πάω για μπάνιο. Παίρνω λοιπόν ξανά τηλέφωνο.
«Πάμε για μπάνιο».
«Ωραία».
«Που;» -παρότι έπεσε νερό στη μούρη, ο εγκέφαλος συνεχίζει να επιτρέπει μονάχα μονολεκτικές φράσεις, άντε και των τριών λέξεων.
Με τα πολλά έμαθα πως θα πάμε πέρα από το Γραμματικό. Έπρεπε λοιπόν να διασχίσω την Αττική, να ξεκινήσω από Μεσόγεια για να φτάσω Άγιο Αντώνιο –με περιβολή μπάνιου!!!- για να με παραλάβουν με το αυτοκίνητο.
Όντως το έκανα. Παρέβλεψα πως με κοιτούσαν σαν την τρελή στο μετρό –φορούσα φορεματάκι άνετο, καθόλου κολακευτικό για τα παραπανίσια μου κιλά και μια πουκαμίσα μακριμάνικη από πάνω για να γλιτώσω λίγο από τον ήλιο.
Έφτασα στον Άγιο Αντώνιο, μπήκα στο αυτοκίνητο και με το γιο της φίλης μου να κλάνει ασύστολα και βρωμερά, και ξεκινήσαμε το ταξιδάκι για να φτάσουμε πέρα από το Γραμματικό.
Περάσαμε την Εθνική, περάσαμε το Καπανδρίτη, τον Βαρνάβα, το Γραμματικό και συναντώντας εκεί δεύτερο αυτοκίνητο –φίλου του φίλου της φίλης μου- συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Κάποια στιγμή περάσαμε από ένα κόψιμο των βράχων στα δύο, ένιωσα σαν την Αργώ όταν περνούσε τις Συμπληγάδες Πέτρες και ξαφνικά βγήκαμε από τον πολιτισμό. Χωματόδρομος, όχι απλά με χωματάκι και πετρούλες, αλλά με βράχους και κοτρόνες. Η φίλη μου αρχίζει να αγχώνεται. Το αυτοκίνητο είναι μόλις μιας εβδομάδας.
«Μην αγχώνεσαι», της απαντάει ο φίλος. «Για να βρεις καλή παραλία, πρέπει να φύγεις λίγο πιο μακριά, να ταξιδέψεις».
Ώπα, σκέφτηκα, αρχίσαμε και τα διανοουμενοφιλοσοφίζοντα. Τι θα ακολουθήσει; Γιόγκα στο αυτοκίνητο;
Το κορίτσι δεν βγάζει μιλιά και συνεχίζει, βογκώντας κάθε φορά που άκουγε μια πέτρα να σκάει κάτω από το ολόφρεσκο μεταφορικό της.
Με τα πολλά και κατά καιρούς γλιτώνοντας να πέσουμε στο γκρεμό από θαύμα, φτάσαμε στην παραλία. Πράγματι δεν είχε κόσμο. Με μεγάλα βότσαλα, μια εκκλησία που είχε μετατραπεί σε εξοχικό Πακιστανών μεταναστών, οι οποίοι έψηναν το σουβλάκι τους και έκαναν το μπανάκι τους –πολύ τους ζήλεψα, καθότι έφυγα από το σπίτι βιαστικά και ήδη με είχε κόψει η πείνα- με αρκετή ησυχία και σχεδόν καθόλου κόσμο, είπα πως πράγματι, άξιζε η ταλαιπωρία. Ωραία ήταν εκεί. Μόλις ετοιμαστήκαμε όμως να στρώσουμε πετσέτες και τα συναφή μας λέει ο φίλος:
«Δεν είναι εδώ, θα πάμε παρακάτω».
Κοιτάζω η γυναίκα παρακάτω, δεν βλέπω τίποτα. Η παραλία τελείωνε σε μια κάθετη γκρεμίλα, με βράχους λείους από τη θάλασσα, σχεδόν κάθετους και ένα σκουριασμένο συρματόπλεγμα να χωρίζει τους βράχους από τον αρχαιολογικό χώρο του Ραμνούντα.
«Που παρακάτω;» τόλμησα να ρωτήσω, αλλά ο φιλοσοφημένος σαραντάρης που ακόμα έμενε με τους γονείς του δεν μπήκε στον κόπο να μου απαντήσει. Προχώρησα λοιπόν κι εγώ με την ελπίδα να μου έχει ξεφύγει της προσοχής μου κάποιο μονοπατάκι, κάποια δίοδος.
Φευ! Όταν τον είδα να ανεβαίνει στους βράχους με μοναδικό στήριγμα το σκουριασμένο συρματόπλεγμα, με έπιασε σύγκρυο. Έμεινα λίγο σκεπτική, είδα όμως και τη φίλη μου με την απόγνωση ζωγραφισμένη στο μάτι, να έχει βουτήξει τσάντα και παιδί και να ξεκινάει κι εκείνη. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και γαντζώθηκα κι εγώ στο συρματόπλεγμα. Στον ένα ώμο κράταγα την τσάντα, στο άλλο χέρι την παντόφλα –γιατί παντόφλα έχω μάθει να φοράω όταν πάω για μπάνιο, όχι ορειβατικά!- και έκανα την απόπειρα. Ευτυχώς πέτυχε και σύντομα βρέθηκα στην απέναντι πλευρά με την αδρεναλίνη μου να έχει ανέβει στα ύψη.
Εκεί είχαν ήδη απλώσει τα πράγματά τους οι «χίπιδες» φίλοι του φίλου, έχοντας μαζί και δύο παιδάκια εννιά χρονών. Ο μπάφος είχε ήδη ανάψει και έκανε γύρες, εμείς ευτυχώς ως αουτσάιντερς δεν θεωρηθήκαμε άξιες να συμπεριληφθούμε στο γύρο.
Η αλήθεια είναι πως η θάλασσα ήταν πολύ όμορφη, δροσερή, έσφιξε και για καμιά βδομάδα ο κώλος μας, έκλεισαν οι πόροι, οι πέτρες όμως και τα βότσαλα ήταν τόσο κοφτερά που σχεδόν δεν μπορούσαμε να σταθούμε.
Αργότερα, κατά τις οκτώ το βράδυ είπαμε να ξεκινήσουμε το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής. Αφού μάθαμε πως η μια εκ των φίλων του φίλου της φίλης μου, σκληραγωγεί τα παιδιά της για να μην αγχώνεται μήπως πάθουν τίποτα, τους είδαμε να σκαρφαλώνουν στην κορυφή ενός βράχου και να κάνουν γιόγκα –ή τέλος πάντων να λένε πως διαλογίζονται, έρχονται σε επαφή με τη φύση κτλ-, παρακολουθήσαμε το ταξίδι ενός δεύτερου μπάφου –από το οποίο ευτυχώς αποκλειστήκαμε ξανά, και απλώς αναρωτηθήκαμε τι ‘φταίγαν τα παιδάκια να φάνε το ντουμάνι- αφού αποφασίσαμε επιτέλους πως αρκετά όλη η ταλαιπωρία, ας γυρίσουμε στην Αθήνα, να φάμε τίποτα γιατί μας είχε κόψει λόρδα, υποστήκαμε ξανά τη διαδικασία του σκαρφαλώνειν τους βράχους, κρεμάμενοι από το σκουριασμένο συρματόπλεγμα, και γυρίσαμε πίσω.
Έτσι όπως ήμασταν, με τα ρούχα του μπάνιου, το αλάτι και την πείνα της θάλασσας καταλήξαμε σε συμπαθητικό εστιατόριο σε ταράτσα του Ψυρρή, να αναρωτιόμαστε το εξής απλό:
Γιατί αυτή η γενιά των σημερινών σαραντάρηδων είναι τόσο καμένη; Και όχι μόνοι αυτοί. Γιατί πρέπει ο κόσμος να χωρίζεται στους γιάπηδες και στους χύμα – η ορολογία του γράφοντος. Γιατί δεν μπορεί ένας άνθρωπος να είναι εναλλακτικός χωρίς να τρέχει απαραίτητα σε κάθε ραχούλα και να κάνει μπάφους μπροστά στα παιδιά του; Γιατί να μην έχει μια καλή δουλειά χωρίς να πάει το καλοκαίρι στη Μύκονο ή στα καλύτερα ξενοδοχεία –ή στα χειρότερα, αλλά απαραίτητα ξενοδοχεία;
Αυτό αναρωτιόμασταν. Γιατί πρέπει ο κόσμος να είναι τόσο των άκρων… Υπάρχουν τόσο όμορφα πράγματα στο ενδιάμεσο…
Τέλος πάντων. Το συμπέρασμα ήταν πως άσχετα με την παρέα, έκανα το πρώτο μου μπάνιο, έβρεξα την κορμάρα μου στην Βόρεια Αττική και από τα σκαρφαλώματα έχει σφίξει ο γλουτός.
Άντε και την επόμενη εβδομάδα –κάπου πιο ανθρώπινα, ελπίζω…
Friday, June 01, 2007
ΓΛΥΚΟ ΦΛΕΡΤ
- ύψος: ένα κι ένα μιλκομπούκαλο (σχεδόν χανόταν πίσω από το τιμόνι)
- σώμα: βιοχλαπάτσα
- πρόσωπο: βατραχοειδές, πλατύ, το ένα μάτι να κοιτάει εδώ και το άλλο στο διάολο.
- μαλλιά: κοντό, κατσαρό, γιδίσιο με λίγα λόγια
Ο λόγος για τον οποίο μπορώ να πω πως τα παρατήρησα όλα αύτά είναι πως συνέχεια γυρνούσε και με κοιτούσε, σε βαθμό να διαφύγουμε μια-δυο φορές του τρακαρίσματος μόνο από καθαρή τύχη.
Το ένα σημάδι ερωτικού ενδιαφέροντος ήταν αυτό το συνεχές "γυρνάω-κοιτάω-κοντεύω να τρακάρω" πράγμα (ακολουθούν άλλα δύο σημαντικότερα σημάδια).
Το δεύτερο σημάδι ήταν η προθυμία του να μου αναλύσει το οικονομικό του υπόβαθρο -εργάζεται έξι μήνες το χρόνο ως ναυτικός, κερδίζοντας 20.000 ευρώ και τους υπόλοιπους μήνες κάθεται τους τρεις, και τους άλλους τρεις δουλεύει το ταξί "για να μη χολοσκάει, βρε παιδί μου, με πιάνεις;". Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάλυση του ποσού που κερδίζει στα καράβια, καθώς και στην "μπέικη" ζωή που κάνει μετά όταν επιστρέφει, καπνίζοντας κουβανέζικα πούρα "να", μεγαλύτερα από εκείνου του βουλευτή που μένει στη γειτονιά του και που δεν του μίλαγε γιατί παλιότερα του είχε ζητήσει (του βουλευτή) μια χάρη κι εκείνος τον έγραψε, αλλά τώρα που είχε μεγαλύτερο πούρο από το δικό του, ούτε να τον κλάσει δεν ήθελε!
Μετά την ανάλυση της οικονομικής του κατάστασης, πέρασε σε δεύτερο μέρος. Ανέπτυξε πως θέλει τη γυναίκα -τη θέλει "ΓΥΝΑΙΚΑ"- και πως δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με το ζευγάρι η μάνα της γυναίκας. Φαντάζομαι πως εκείνος είτε είναι ορφανός, είτε η μάνα του δεν έχει γλώσσα, οπότε και δεν τον ενοχλεί.
Το τρίτο όμως και σημαντικότερο σημάδι του "πεσίματος" ήταν ο χαρακτηρισμός μου ως "ζωγραφιά", η σιγουριά πως είμαι πέντε χρόνια μικρότερη απ' ότι είμαι, και φυσικά η μεγάλη πρόταση να πάμε για καφέ.
Λοιπόν... Όσο ακούς απλά κάποιον να μιλάει, βάζεις στον αυτόματο το "ναι, βεβαίως, δίκιο εχετε, εδώ πάμε αριστερά κτλ". Όταν όμως συμβαίνει και αυτό το ευτράπελο -διατί περί τέτοιου πρόκειται- απλά προσπαθείς να μη γελάσεις!
Ακόμα καλυτερα γίνονται τα πράγματα όταν πρασπαθείς με ευγενικό τρόπο να του εξηγήσεις πως "δε μας χέζεις, ρε φίλε!". Και αρχίζουν τότε οι δικαιολογίες -βράδυ γαρ, και μοναχικά στην περιοχή διαμονής μου- πως με περιμένει ο καλός μου στο σπίτι -που τέτοια τύχη!- και πως θα πρέπει για το λόγο αυτό και μόνο να αρνηθώ, γιατί διαφορετικά θα το ήθελα πολύ-πολύ να πάω για καφέ μαζί του!
Αυτή ήταν η χτεσινή μου εμπειρία. Όσο ζω μαθαίνω. Τέλικά καταλήγω πως οι άντρες δεν έχουν κριτίριο. Αρκεί να έχει δύο πόδια που ανοίγουν...
Τι να πω...
Ν, σαι καλά, ταρίφα, με έκανες και γέλασα!

Saturday, May 19, 2007
ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ
Ωραία, από τη μια λοιπόν έχουμε τα σφαλιαρίδια, τα μπουκέτα, τα καψίματα κάδων -ο δήμος έπρεπε να είναι ευγνώμων, γλιτώνει και την καύση απορριμάτων-, την τρομοκρατική εικόνα -δε θέλω να βλέπεις τη μάπα μου και φοράω κουκούλα, γιατί είμαι λεπρός, μου έχει πέσει η μύτη και τα δόντια και έχει αρχίσει να εξαφανίζεται από τη νόσο και το δεξί μου μάγουλο (είμαι σίγουρη πως ακόμα και στο πουλί θα έχει μια μαύρη λωρίδα ή θα φοράει κράνος, γιατί και αυτό θα έχει πέσει. Αν δεν είχε πέσει και ήξερε να το χρησιμοποιήσει, η υπερβολική τεστοστερόνη θα είχε αν μη τι άλλο εκτονωθεί). Σίγουρα πρόκειται περί νόσου ο λόγος απόκρυψης του προσώπου, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να έχει την δύναμη της άποψης και πράξης του και να το δείχνει. Το δικό μου γιατί το βλέπουν κάθε φορά που λέω τη γνώμη μου; )
... και από την άλλη -συγνώμη παρασύρθηκα από τη ροή του λόγου,- έχουμε την έκφραση απόψεων πάνω σε τοίχους κτιρίων και σπιτιών, μάντρες και κολώνες.
Εύγε!
Αυτό δεν είναιχτύπημα ενάντια στην εξουσία, είναι χτύπημα στην ελληνική ορθογραφία. Αν και μπορώ να φανταστώ τη σύνδεση εξουσίας-ορθογραφίας-σχολικής καταπίεσης-καπιταλιστικού συστήματος-απουσίας σεξ.
Ναί, τώρα είναι όλα ξεκάθαρα!
Και προς τον τιμημένο συγγραφέα του μηνύματος:
Αφού το γράφεις, που το γράφεις, γράφτο σωστά, ωρέ άχρηστε!
Αυτά από εμένα σήμερα, για τις απόψεις μου για τους μπάχαλους.
Τα λέμε αργότερα με καίρια πολιτικά και κοινωνικά θέματα...
(Αυτό είναι απειλή. Μόνο ο Σφακιανάκης κι εγώ θα καταπιανόμαστε με αυτά τα ζητήματα).
Wednesday, May 09, 2007
Monday, April 30, 2007
Saturday, April 21, 2007
Ο ΦΥΛΑΚΑΣ
... ενός άγρυπνου φρουρού...
ΤΟ ΚΟΜΜΩΤΗΡΙΟ

Sunday, April 15, 2007
Saturday, April 07, 2007
ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Saturday, March 24, 2007
ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ;;;
Η μικρή Μαρία οσο πάει και μαθαίνει... Μετά από μήνες κατάφερε να δημιουργήσει μια σωστή λεκτρονική διεύθυνση για να μπαίνει και να γράφει στο "μπλογκ" της -συγχωρήστε το ελληνικό, δεν αλλάζει εύκολα η γραμματοσειρά στον εξελιγμένο υπολογιστή που κάθεται...
και αποφασίζει ξανά να γράψει. Να επικοινωνήσει με το κοινό της, τα πλήθη που παραληρούν, που κόβουν τις φλέβες τους, που έπεσαν σε βαριάς μορφής κατάθλιψη τόσο καιρό που η μικρή Μαρία (αλλά μεγάλη σταρ) απουσίασε από τα πολιτιστικά δρώμενα.
Θα επικοινωνήσει λοιπόν με το κοινό της με το εξής βαρύ, τραγικό και ανυπόφορο ερώτημα:
"ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ";
Είναι Σάββατο απόγευμα. Και, ναι, η μικρή Μαρία βρίσκεται στη δουλειά... Από τις 9.οο το πρωί χάφτει μύγες, έχει συγυρίσει και έχει ξανασυγυρίσει, έχει ξεσκονίσει, έχει φάει, έχει παίξει ναρκαλιευτή -και έχει χάσει επανηλημμένα-, έχει παίξει πασιέντζα -και νίκησε, ας χειροκροτήσουμε όλοι μαζί!- και απλώς περιμένει να περάσει η ώρα για να φύγει από το καταραμένο μέρος που το λένε γραφείο -αλλά όποτε την ρωτούν πως περνάει εκεί, χαμογελάει με το ύφος πολλών καρδιναλίων και λέει με κουλ τρόπο (εκείνη την ώρα λαμπυρίζει και το δοντάκι)- "Τέλεια! Δε θα μπορούσα να είμαι πιο τυχερή..."
Και όσο περιμένει να περάσει η ώρα, αναρωτιέται πράγματα υπαρξιστικής φύσεων -ποιος είμαι, που πάω, τι είν' ο κάβουρας, τι 'ν' και το ζουμί του...
ΒΟΗΘΕΙΑ!!!!!!!!!! Η μικρή Μαρία κοντεύει να πάρει φόρα και να πέσει από το παράθυρο. Αλλα ακόμα και γι' αύτό έχει προνοήσει το σεβαστό αφεντικό της, ο Βούδας, ο ύψιστος των υψίστων, ο Θεός. Το γραφείο της δεν έχει παράθυρο.
Παραμένει λοιπόν να αναρωτιέται, τι να κάνει για να περάσει η ώρα. Τι μπορεί να κάνει κανείς στην τραγική αναμονή, όταν δεν περνάει η ώρα και συνειδητοποιεί την βαρύτητα του λεπτού, του δευτερολέπτου, του κλάσματος -ευτυχώς υπάρχουν και οι ναρκωτικές ουσίες.
Παίρνει στα χέρια το κινητό της. Ανακαλεί από τη μνήμη έναν αριθμό και καλεί.
Αλί!
Περιμένει να ακούσει τη φίλη της, να ανοίξει την ψυχή της στην κολλητή της...
Στράφηκε σε κείνη σαν τελευταία σανίδα σωτηρίας -ο μικρός Μήτσος την έκλασε παίζοντας τάβλι, λιαζόμενος σε κοσμική καφετέρια στο Θησείο...- αλλά η φίλη κοιμόταν... Ακριβώς ότι έπρεπε να κάνει η ίδια η μικρή Μαρία. Να είναι αγκαλιά με το μαξιλάρι, κουκουλωμένη στο κρεβάτι, να μπαίνει από το παράθυρο ο ήλιος-ευτυχώς στο δωμάτιό της έχει παράθυρο- , κι εκείνη να κοιμάται, να χουζουρεύει, να μην κάνει τίποτα.
Έχει κερδίσει το δικαίωμα στο κοπροσκύλιασμα και στο ρεπό! Έχει κερδίσει το δικαίωμα το Σάββατο να είναι κουκουλωμένη στο κρεβάτι, στις 5.οο το απόγευμα.
Φευ!
Πράγματι είναι 5.00, πράγματι είναι Σάββατο, πράγματι ο ήλιος λάμπει, αλλά η μιρκή Μαρία περιμένει ακόμα να περάσει η ώρα για να φύγει από το γραφείο... Η καθημερινότητα φαντάζει τραγική... Δεν έχει καν το κουράγιο να γράψει κάτι σοβαρό για το κοινό της...
Προτού κλείσει έχει να κάνει μια μόνο ερώτηση:
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 16, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΣΗΚΩΘΟΥΝ, ΝΑ ΣΚΙΣΟΥΝ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥΣ, ΝΑ ΤΡΑΒΗΞΟΥΝ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥΣ, ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΟΥ ΣΑΠΙΣΜΑΤΟΣ ;;;
Thursday, November 30, 2006
Η μικρή Μαρία στο Ναύπλιο
Είχε ξαναπάει η μικρή Μαρία στο Ναύπλιο, αλλά ήτανε παιδούλα τότες, και δε θυμόταν και πολλά.
Μέχρι που ξαναπήγε το προηγούμεο Σαββατοκύριακο με αφορμή την 4η Σύνάντηση Νέων Συγγραφέων. Ωραίο το Ναύπλιο, καλός ο καιρός και το ξενοδοχείο μια χαρούλα ήταν- έκανε βέβαια λίγο αεροβική για να χωρέσει στο μπάνιο, αλλά αφού ήταν για καλό σκοπό, χαλάλι. Έσερνε και τη μικρή της αδερφή μαζί. Για να έχει παρέα στα ψώνια και στον ύπνο, γιατί τα βράδια τηρούσε ωράριο καλογραίας. Με τις κότες κοιμότανε (όχι αγκαλίτσα), με τις καμπάνες της εκκλησιάς σηκωνότανε. Όμορφα πέρασε.
Τη Δευτέρα μόνο δεν είχε πολύ κουράγιο στη δουλειά, και την έπαιρνε ο ύπνος μπροστά στον υπολογιστή.
Θα αναρωτηθεί κανείς: Γιατί, καλή μου; Μήπως ξενύχτησες; Μήπως υπερκουράστηκες; Εκδρομούλα ήσανε!
Παρ' όλ' αυτά η μικρή Μαρία κοιμόταν σχεδόν όλη τη Δευτέρα στο γραφείο της.
Πράγματι ήταν πολύ ωραία εμπειρία. Στη συνάντηση (που διοργάνωσε η Λώρη με το ΝΑ ΕΝΑ ΜΗΛΟ) μίλησε κιόλας. Και τι είπε! Θα τη ζήλευαν και οι μεγαλύτεροι ρήτορες, συντονίζοντας την πρώτη συνεδρία. Όλο το βράδυ έκανε πρόβα με την αδερφή της στην ανάγνωση.
"Σαν καρδιογράφημα νεκρού διαβάζεις", της έλεγε η μικρή, με εμπειρία μαθημάτων υποκριτικής, και η μικρή Μαρία διάβαζε και διάβαζε και διάβαζε, μέχρι να μπει το κείμενο στο πετσί της, να το ζήσει, να το βιώσει, να το κάνει σκουπίδι και να το αναδημιουργήσει, να το... -α, σόρυ, εισήγηση ήταν, όχι ο Μάκβεθ.
Τέλος πάντων, το έμαθε, το είπε, έκανε τα λιγότερα δυνατά λάθη, περιόρισε τα "εεεεεεεεεεε" στα 5 ανά δευτερόλεπτο και σε γενικές γραμμές δεν έγινε ρεζίλι. Κάτι ήταν κι αυτό. Είχε ενδιαφέρον. Χρησιμοποίησε και τις γνώσεις της περί πειθαρχίας των πεντάχρονων από τότε που δούλευε στον παιδότοπο και όλα κύλισαν ρολόι...
Αλλά και αυτά που άκουσε ήταν πολύ καλά! Συζήτησαν, έμαθε πράγματα που δεν είχε ξανασκεφτεί, αναθεώρησε για πολλές μαλακίες που θεωρούσε δεδομένες, γνώρισε γνωστούς και μη συγγραφείς (μη γνωστούς όχι μη συγγραφείς) και στο τέλος κοιμόταν -ή προσπαθούσε τουλάχιστον να κοιμηθεί- στο μικρό εκείνο πουλμανάκι που δεν τους πήγαινε στο ΠΙΚΠΑ, αλλά τους γύρναγε στα σπιτάκια τους στην Αθήνα (ε, και ΠΙΚΠΑ να λέγαμε, δε θα πέφταμε έξω...).
Άντε, μακάρι και του χρόνου στην Ελβετία!
Thursday, November 09, 2006
Της νύχτας τα λευκά μαλλιά
Να μην τα βλέπεις μαύρα
Να μην τα βλέπεις σκοτεινά
Της νύχτας τα βαμμένα μάτια
Να μην τα βλέπεις όμορφα
Να μην τα βλέπεις σαγηνευτικά
Της νύχτας τα σαρκώδη χείλη
Να μην τα βλέπεις ερεθιστικά
Να μην τα βλέπεις ζωντανά
Είναι τα χείλη μιας πουτάνας
Είναι τα μάτια μιας πρεζούς
Είναι τα μαλλιά μιας άστεγης γριάς
Είναι η νύχτα της Βικτόριας
Με τα ξεπλυμένα πλακάκια στο σταθμό
Και τις πεταμένες σύριγγες έξω από το θέατρο.
Friday, November 03, 2006
Οι περιπέτειες της μικρής Μαρίας.
Η μικρή Μαρία έζησε την απόλυτη περιπέτεια.
Και ιδού το γεγονός:
Ώρα 1 μ.μ., όπερ σημαίνει Πέμπτη χθές, άρα το 1 μ.μ. συνεπάγεται μια κόπωση, μια φρίκη και δυσωδία έπειτα από μία επίσης φριχτή μέρα στη δουλειά. Εξηγούμαι: Η μικρή Μαρία εκεί που δουλεύει λαμβάνει για τον λόγο χ 100 τηλεφωνήματα την ημέρα (χωρίς καν να εργάζεται ως τηλεφωνήτρια, αλλά αυτό ουδεμία σημασία έχει). Λαμβάνουσα λοιπόν τα 100 τηλεφωνήματα την ημέρα χρειάστηκε εχθές (ημέρα Πέμπτη) να ενημερώσει τους 80 πως το χ άκυρο, δεν παίζει, πάπαλα, τον πούλο. Από τους 80 που επιθυμούσαν το χ, οι 30 το πήραν καλά. Δέχτηκαν πως χ δεν παίζει πλέον. Οι υπόλοιποι 50 όμως δεν το έβαλαν κάτω. Φώναξαν, έβρισαν, επικαλέστηκαν κάθε είδους μέσο (όπως και το Φόρουμ γνωστού Έλληνα τραγουδιστή από τη συμπρωτεύουσα), και όταν είδαν πως η μικρή Μαρία παρέμεινε άτεγκη και συνεπής στο καθήκον της (να ενημερώνει πως οιος θέλει χ, τον πούλο), έβριζαν και κοπανούσαν το ακουστικό.
Λοιπόν...
Αυτό κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Έχουσα υποβάλει λοιπόν η μικρή Μαρία αιτήσεις για την χορήγηση ψυχοφαρμάκων στον χώρο εργασίας της και νιώθοντας τον εγκέφαλό της να βράζει (αυτό που κάνει μπουρμπουλήρθες και όχι απλώς φυσαλίδες), πέρασε τελικά η ώρα και σχόλασε.
Το απόγευμα, όμως δεν ξεκουράστηκε. Δεν πήγε να φτιάξει τα νύχια της, τα δόντια της και να κάψει το περιττό της λίπος στο γυμναστήριο. Δεν πήγε να κάνει κούρα ομορφιάς (παρ' ότι η ομορφιά φυσική και το κάλλος ατελείωτο), ούτε καν απλώθηκε σαν τη χολέρα στον καναπέ να δει τηλεόραση και να σαβουρώσει ότι βρει μπροστά της (με προτίμηση στα ντολμαδάκια κονσέρβα που πολύ της αρέσουν). Όχι!
Πήγε σε μία δεύτερη δουλειά, όπου αντιμετώπισε μια πιο χαλαρή κατάσταση, η οποία όμως συνέβαλε και αυτή στην τελική πτώση και κατάπτωση.
Η ώρα λοιπόν πήγε 12.00, πήγε 12.30 και με μια φίλη της πήραν το δρόμο του γυρισμού. Δεν πήγαν μαζί στο σπίτι, αλλά η φίλη της την άφησε κάπου κοντά για να πάρει ταξί.
Σημειωτέον: Η μικρή Μαρία έχει ψύχωση με το κινητό της. Ποτέ δεν περιμένει κάποιο σοβαρό τηλέφωνο, αλλά θέλει πάντα να είναι έτοιμη να το απαντήσει και να νιώσει χρήσιμη, ποθητή και αποτελεσματική (τα ψυχολογικά προβλήματα της μικρής Μαρία είναι ουκ ολίγα. Απ' όταν τη χτύπησε και ο κεραυνός έχει κάψει φλάτζες).
Λοιπόν... Φτάνουμε στην επίμαχη στιγμή.
Μέσα στο ταξί η μικρή Μαρία, σε κατάσταση αφασίας, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ίσα που έχει δύναμη να κατευθύνει τον -παραδόξως- ευγενή ταξιτζή.
Κατεβαίνει από ταξί, πληρώνει, αφήνει πουρμπουάρ (γκαρσόνια κατήντησαν και οι ταρίφες) και μπαίνει στο σπίτι της.
Βγάζει τα παπούτσια της, πάει να βγάλει το κινητό...
πουθενά το κινητό! Ψάχνει από 'δω, ψάνχει από 'κει... τίποτα.
Τον πούλο που μοίραζε από το πρωί, τον τρώει ξαφνικά η κεραυνοβολημένη μικρή Μαρία.
Πρέπει να παραδεχτούμε πως παρέμεινε ψύχραιμη. Πήρε τηλέφωνο στην απογευματινή δουλειά (όπου κάποιος κακόμοιρος ακόμη δεν είχε πάει σπίτι του), πήρε τηλέφωνο τη φίλη με το αυτοκίνητο, πήρε ακόμη και τον αριθμό της στο κινητό, αλλά δεν βρέθηκε τίποτα.
Προσπάθησε να τηλεφωνήσει στο κέντρο εξυπηρέτησης πελατών της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, αλλά και εκεί δεν βρήκε άκρη. Δεν τους έφτανε που τους έδινε τα στοιχεία της για να κάνουν φραγή εξερχομένων κλήσεων. Έπρεπε να ξυπνήσει τη μάνα της, για να τους μιλήσει και η ίδια (να ανταλλάξουν πρωινιάτικα συνταγές;) προκειμένου να προχωρήσουν στη φραγή, αφού το τηλέφωνο ήταν σε οικογενειακό πακέτο. Αφού λοιπόν, τους έβρισε η μικρή Μαρία που δεν έλεγαν να καταλάβουν πως δεν ήταν δυνατό να ξυπνήσει τη γυναίκα (μαμά) γιανα τους πει καλημέρα και να τους πείσει πως δεν είναι ελέφαντας, έκλεισε τη γραμμή και αποφάσισε να βάλει τα κλάμματα από τα νεύρα.
(κενό λογω κλαμμάτων)
Παρ' όλ' αυτά δεν απογοητεύτηκε. Φύσηξε τη μύτη της, σφούγγιξε τα μάτια της και αναγκουμπώθηκε. Συνέχισε επί μισή ώρα να καλεί ασταμάτητα τον εαυτό της στο κινητό που δεν είχε πια στα χέρια της.
Στη μισή ώρα, ακούει μια δειλή φωνή να απαντά το τηλέφωνο.
Ήταν η κοπελίτσα που μπήκε στο ταξί, μετά τη μικρή κεραυνοβολημένη Μαρία, και δεν άκουγε τίποτα άλλο από τη μουσική που είχε ο ευγενής ταξιτζής στη διαπασών.
Η συνεννόηση έγινε και η μικρή Μαρία βρέθηκε να περιμένει στις δύο παρά τον ευγενικό ταξιτζή να διασχίσει την μισή Αττική για να της επιστρέψει το κινητό τηλέφωνο.
Και το θαύμα έγινε. Ο ευγενής ταξιτζής, δοξάζοντας το κηλιδωμένο όνομα των απανταχού ταξιτζήδων, παρέδωσε το κινητό στα τρεμάμενα χέρια της μικρής Μαρίας.
Η αποστολή εξετελέσθη. Η μικρή Μαρία έσφιξε πάλι στην αγκαλιά της το αγαπημένο της κινητό. Και τι κινητό... Ούτε φωτογραφίες βγάζει, ούτε πολυφωνικούς ήχους έχει, ούτε τίποτα.
Απλώς ήταν το αγαπημένο παίχνίδι της μικρής Μαρία.
Έτσι τα ξημερώματα της Παρασκευής, εκείνη βρέθηκε να κοιμάται αγκαλιά με το κινητό της, χωρίς να σιχτιρίζει που θα βαρούσε στις 7.00 το πρωί για να την ξυπνήσει και να την πάει πάλι στη δουλειά.
(συνεχίζεται...)


