Sunday, August 26, 2007
Thursday, August 23, 2007
Οι εκλογές

Θα σας περιγράψω λοιπόν το σκηνικό που έζησε η φίλη μου η Κ επιστρέφοντας με το ΚΤΕΛ στις δώδεκα το βράδυ στην Αθήνα –επειδή απλά τελείωσε η άδειά της και όχι επειδή ενθουσιάστηκε με τις εκλογές.
Κάθεται, που λέτε, στο ΚΤΕΛ και σκεβρώνει, δύο μέτρα γυναίκα. Επικρατεί ησυχία, κάπου απόμακρα μόνο ακούγονται τα σκυλάδικα του οδηγού. Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο. Μια γυναίκα σαρανταφεύγα και λίγους μήνες παραπάνω, με βραχιόλια στα χέρια και τα πόδια, τύπου «ήμουν-κι-εγώ-παιδί-των-λουλουδιών», με αεράτη παντελόνα και φαρδιά -πλην σικ- πουκαμίσα σηκώνει το τηλέφωνο.
«Ναι;… Άντε! Πότε το έμαθες; Καλά και δεν το έμαθα εγώ; … Όχι, όχι, σε κλείνω! Πρέπει να μιλήσω με τον Λούλη και να οργανώσουμε το σχέδιο δράσης μου!»
Και να δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει η φίλη μου η Κ, παρ’ ότι η βαφή της έχει κάψει ολοσδιόλου τα εγκεφαλικά κύτταρα, επιβεβαιώνοντας πως δεν χρειάζεται να είσαι ξανθιά για να παθαίνεις βλάβη, πως η πρώην χίπισσα κατεβαίνει υποψήφια στις εκλογές. Ή αυτό ή ήταν η νέα κομμάντο της ελληνικής αστυνομίας.
Η κυρούλα πήρε διάφορα τηλέφωνα –ουρλιάζοντας από χαρά στις 12 το βράδυ!!!- για να μοιραστεί τον ενθουσιασμό της με γνωστούς και αγνώστους, για να καταλήξει να σταματήσει την ηχορρήπανση με την τελειωτική ατάκα στην κόρη της:
«Και μην αργήσεις σήμερα! Έχουμε αγώνα αύριο!»
Ναι, καλή μου. Εσύ και ο ΟΠΑΠ.
Το μόνο θέμα όμως είναι πως η Ελλάδα θα γεμίσει άχρηστες αφίσες –η τοιχοκόλληση των οποίων είναι παράνομη!- και φέιγ βολάν, θα καταστραφούν ένας θεός ξέρει πόσα δέντρα και θα βρομίσει η χώρα τόσο πολύ απ’ όσα πετάξουν την επομένη των εκλογών, που θα θέλει μήνες για να καθαρίσει. Και γιατί όλο αυτό;
Για να βγει είτε το ένα κόμμα είτε το άλλο. Αφού δεν έχει σημασία. Τι Γιάννη το λες, τι Γιαννάκη, δεν αλλάζει το πακέτο.
Εμείς μόνο θα συνεχίσουμε να έχουμε προβλήματα. Οι υπόλοιποι, χάσουν-κερδίσουν πάλι από εμάς θα τα τρώνε… Οπότε why bother?
Δημοκρατία είναι αυτό; Ολιγαρχία είναι. Και από τις χειρότερες μορφές της. Γιατί σήμερα παραμυθιαζόμαστε πως ζούμε στο ένα σύστημα, ενώ στηρίζουμε και υποστηρίζουμε το άλλο…
Friday, August 17, 2007
Η Oδύσσεια μιας ταπεινής και κατακτυπημένης πατούσας
Πώς πέρασε η κουτσή Μαρία στο Δουβλίνο
Όποιος λέει αυτή τη λέξη; Όποιος, όποιος;
Όχι βέβαια! Η μικρή Μαρία αποφάσισε πως οι δικές της διακοπές θα ήταν εκτός Ελλάδος, κάπου βόρεια, κάπου όπου δεν θα ξυπνάει το βράδυ από τον καύσωνα και θα νιώθει σαν προτηγανισμένη τηγανιτή πατάτα έτοιμη να βγει από το τηγάνι (!). Κάπου όπου δε θα χρειαζόταν να φορέσει γυαλιά ηλίου, ή να κουβαλάει μαζί της αντηλιακό. Οι διακοπές της μικρής Μαρίας θα ήταν διακοπές δροσερές, ξεκούραστες, γεμάτες νέες εικόνες και εμπειρίες.
Και αποφάσισε να επισκεφτεί τη φίλη της τη Ζ στο Δουβλίνο.
Νομίζω πως εδώ μπορούμε να αφήσουμε το αφηγηματικό τρίτο πρόσωπο και να μιλήσουμε έξω από τα δόντια.
Λοιπόν!
Το ταξίδι με το αεροπλάνο κράτησε περίπου έξι ώρες –μπες, βγες, άλλαξε πτήση. Από αυτές, οι τρεις ώρες ήταν στο αεροσκάφος της KLM, όπου έχοντας ξενυχτήσει ολόκληρο το βράδυ –πετούσαμε στις 5.00 το πρωί, άρα από τις 3.30 ήμασταν στο αεροδρόμιο-, περιμέναμε σαν λυτρωτική τη στιγμή που θα μας προσέφεραν πρωινό. Η χαρά μας εξανεμίστηκε όμως όταν πάρκαραν μπροστά μας ένα πακετάκι τύπου «Περιέχω-τροφή-σε-μορφή-χαπιών-δε-χρειάζεται-να-φάτε-κάτι-άλλο» το οποίο περιείχε μια τεράστια ποσότητα από μια χημική ένωση που αν είχε πετύχει, θα παρήγαγε γιαούρτι.
Δε γαμιέται, λέμε, θα το φάμε!
Αν θυμάμαι καλά είχε γεύση φράουλα, καθώς και κάτι κομματάκια που αν ήσουν αρκετά αφελής θα τα περνούσες για πραγματική φράουλα. Το χημικό γιαούρτι συνοδευόταν από ένα ψωμάκι με βουτηράκι-μαρμελάδα ή αν το επέλεγες τυράκι, το οποίο πραγματικά θύμιζε σκηνές από ταινίες τρόμου…
Η πτήση δεν μπορώ να πω αν ήταν καλή ή όχι, γιατί κοιμόμουν σαν το μοσχάρι τις περισσότερες ώρες. Η Ζ από δίπλα μου κόντευε να πάθει συμφόρεση από την χαρά της που θα επέστρεφε τελικά στο Δουβλίνο μετά από ένα μήνα διακοπές στην Ελλάδα, που της φάνηκαν ένα ατελείωτο μαρτύριο. Και εκεί που έχουμε αλλάξει πτήση και πλέον μας μεταφέρει ασφαλώς και με επιτυχία η Aer Lingus (Άμστερνταμ- Δουβλίνο), συνεχίζω να κοιμάμαι σαν το μοσχάρι και να ροχαλίζω ελαφρώς, ακούω ξαφνικά από δίπλα μου τις φωνές της ευτυχίας: «Φτάσαμε, φτάσαμε! Ξύπνα! Δουβλίνο! Δουβλινάκι μου!».
Αποβιβαστήκαμε από το αεροπλάνο για να ανακαλύψω πως το αεροδρόμιο της Βορειοευρωπαϊκής αυτής χώρας δεν έχει και πολλές διαφορές από το δικό μας παλιό, καλό Ελληνικό. Αυτό ήδη μέτρησε στα υπέρ της χώρας την οποία επισκεπτόμουν. Το πολύ κυριλέ με είχε κουράσει.
Έχοντας συνηθίσει να ζω σε μια πόλη άλλωστε που θα παθαίναμε κρίσεις απεξάρτησης αν απομάκρυνε κανείς την μόλυνση από πάνω μας, χρειαζόμουν να δω λίγη μπίχλα.
Βέβαια οι δύο μπίχλες δεν συγκρίνονται. Οι Ιρλανδοί αρέσκονται –όπως ως γνωστόν και οι Βρετανοί- σε μειωμένες συνθήκες υγιεινής, παρ’ ότι οι δρόμοι τους κτλ είναι πολύ φροντισμένα. Φυσικά αυτό το σχόλιο δεν έχει καμία σχέση με την άποψή μου για τους ανθρώπους και τη χώρα –και τα δύο τα λάτρεψα, αλλά ας λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους:
Δεν θέλω να πλένω τα βρακιά μου στο ίδιο πλυντήριο που τα πλένει και οποιοσδήποτε άλλος!
Τέλος πάντων. Αφού φάγαμε ένα ωραίο πρωινό στο κέντρο της πόλης, επιστρέψαμε στο σπιτάκι της Ζ, το οποίο με πραγματική αγάπη ονομάζει και η ίδια «Ποντικότρυπα». Το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να καθαρίζουμε επί τρεις ώρες, για να ρίξω το απογευματάκι τον πρώτο μου υπνάκο. Έλα μου όμως που το πάπλωμα ακόμα πλενόταν και δεν είχαμε πλύνει ακόμα την κουβέρτα (ή ήταν το ανάποδο;). Το κρύο και η υγρασία που έκανε ήταν απερίγραπτα. Αφού έβαλα και το μπουφάν μου από πάνω μπας και ζεσταθώ…
Το βραδάκι η Ζ μου είχε υποσχεθεί να με κυκλοφορήσει, να δω τη νυχτερινή ζωή της πόλης. Με πήγε λοιπόν σε ένα μεταλλάδικο, όπου σύχναζαν πολλοί φίλοι και γνωστοί. Περίμενα να φρικάρω περισσότερο, η ατμόσφαιρα όμως ήταν αρκετά καλή για τη δική μου μυγιάγγιχτη αντίληψη των πραγμάτων. Άλλωστε την μουσική που άκουγαν εκεί μέσα, την άκουγα όταν ήμουν δώδεκα, οπότε το λιγότερο που προέκυψε ήταν ένα ευχάριστο αίσθημα νοσταλγίας των ανέμελων παιδικών μου χρόνων… Εκεί στο μεταλλάδικο περίμεναν με ανοιχτές αγκάλες τη Ζ, ο K –Ισπανός, ζει ήδη τρία χρόνια και εργάζεται εκεί-, η Α –ένα τρομακτικό πλάσμα 1,85 m, 150 kg,- και ο Αl –Βρετανός, ο πιο συμπαθητικός ίσως ανάμεσα στους βρυχώμενους μαλλιάδες.
Το ενδιαφέρον είναι πως από τότε που απαγορεύτηκε το κάπνισμα σε όλους τους χώρους και δεν καπνίζει κανείς πια στις pub και στα club, είναι διάχυτη στο χώρο μια μυρωδιά χλιαρής μπύρας και ιδρώτα την οποία δύσκολα συνηθίζει κανείς.
Το δεύτερο βράδυ η Ζ με πήγε σε ένα γκοθάδικο. Είχαν ήδη ξεκινήσει τα πατουσοπροβλήματα, τα παπούτσια μου είχαν προκαλέσει τρομακτικές φουσκάλες που θα τις ζήλευε και θύμα πυρκαγιάς, με αποτέλεσμα να περπατώ σαν τον κούτσαβλο.
Στο γκοθάδικο τα βρήκα λίγο σκούρα. Ήταν αρκετά σκοτεινά και υγρά –υπόγειο γαρ- ενώ για να καλύψουν τη μυρωδιά της αποχεύτεσης άναβαν συνέχεια αρωματικά στικ. Ο ιδιοκτήτης του club, ο Gr., εργάζεται τα πρωινά ως βιβλιοθηκάριος στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη του Trinity, ενώ τα Σαββατοκύριακα φοράει τις τεράστιες μπότες με τα μεταλλικά και τις νεκροκεφαλές και διασκεδάζει τα ντυμένα σε βίνυλ πλήθη, τα οποίο λικνίζονται στους μελωδικούς ρυθμούς της γκοθ μουσικής… Ο «μπράβος» του μαγαζιού –αν κατάλαβα καλά την ιδιότητά του- ήταν ένας τύπος ένα κι ένα μιλκομπούκαλο, στρουμπουλό-στρουμπουλό παιδί με ξυρισμένο το κεφάλι στα πλαϊνά και σιδερωμένη κοτσίδα στο κέντρο του κεφαλιού. Αυτός λοιπόν, αρεσκόταν να φέρνει βόλτες ένα παγάκι στο μπούστο μιας ημιμεθυσμένης Ιρλανδής, η οποία του είχε πετάξει τον βύζο στη φόρα ανέμελο. Το πώς τα κατάφερνε βέβαια ήταν άθλος αφού στο συγκεκριμένο χέρι ο άνθρωπος φορούσε μια σειρά μεταλλικές καπότες για τα δάχτυλα- είμαι σίγουρη πως υπάρχει επιστημονική ορολογία γι’ αυτό, αλλά δεν έχει σημασία.
Το θέμα είναι πως η Ζ μου έλεγε συνέχεια πόσο συμπαθητικοί είναι όλοι αυτοί οι τύποι, και το ενδιαφέρον είναι πως την πίστεψα.
Οι επόμενες νύχτες μας περιορίστηκαν σε βόλτες στις pub, άντε και σε ένα άλλο club που έμενε ανοιχτό μέχρι αργά, αλλά εκεί μέσα το κλίμα ήταν απλώς απάλευτο…Περιτριγυρισμένη από ένα μέσο όρο ηλικίας 15 με σοβαρά ορμονικά θέματα, βρέθηκα συμπιεσμένη σε ένα beer garden, ή αλλιώς μια τρύπα με τρύπες στην οροφή για να μη μένουν τα ντουμάνια μέσα και πεθάνουμε όλοι από τις αναθυμιάσεις των παράνομων ουσιών που αναβόσβηναν εκεί μέσα…
Τα πρωινά μου στο Δουβλίνο περιλάμβαναν ένα μέσο όρο από 6 ώρες την ημέρα περπάτημα και βόλτα στην πόλη, συνήθως με βροχή, αλλά όταν ήμασταν τυχερές είχε απλώς συννεφιά. Μια-δυο φορές είδαμε και ήλιο, αλλά φυσικά αυτό δεν κράτησε πολύ. Ως επίσημη πλέον κουτσή Μαρία κυκλοφορούσα σέρνοντας το ένα πόδι σαν τον Κουασιμόδο, διασκεδάζοντας τους περαστικούς.
Η πόλη είναι πολύ όμορφη. Το ίδιο και τα πάρκα τους. Εάν δεν είχα πάθει την κουτσαβλίαση –εκτός από τις απερίγραπτες φουσκάλες, έπαθα και ένα μυϊκό-νευρικό-φλεγμονή (δεν έχω ιδέα) στην καμάρα της δεξιάς πατούσας και η ομορφιά ολοκληρώθηκε...- θα πηγαίναμε και στο μεγαλυτερο πάρκο της Ευρώπης –δεν θυμάμαι πια πως το έλεγαν…, αλλά στην κατάστασή μου είχα πρόβλημα να πάω από το σαλόνι στο μπάνιο…
Η επιστροφή μου στην Αθήνα ήταν επίσης αξιοζήλευτη. Ξενυχτησμένη να πίνουμε κρασιά με τη Ζ και τον Al κοιμήθηκα στην πτήση της Aer Lingus –αν έμενα ξύπνια μπορεί και να πεινούσα, άρα θα έπρεπε να τους πληρώσω για να φάω κάτι χημικό!-, πρόλαβα στο τσακ την πτήση της KLM, η οποία ευτυχώς είχε καθυστέρηση, γιατί η μια αεροπορική με προσγείωσε στις 8.30 (ώρα Ολλανδίας), ενώ η άλλη έκλεινε το gate στις 8.35. Και όπως είναι δεδομένο προλαβαίνω μέσα σε πέντε λεπτά να τρέξω από την μια άκρη του αεροδρομίου στην άλλη, να περάσω πάλι από έλεγχο αποσκευών και διαβατηρίων, να ανεβοκατέβω ένας θεός ξέρει πόσες σκάλες, και όλα αυτά με ένα πόδι σακατεμένο και καμένο από τα παπούτσια και το πολύωρο περπάτημα των διακοπών.
Το καλό είναι πως εγώ την πρόλαβα την πτήση. Το κακό είναι πως η βαλίτσα μου την έχασε. Βρέθηκα λοιπόν μετά από τις τρεις ώρες να περιμένω την βαλιτσούλα μου στο Ελ. Βενιζέλος, να ανυπομονώ να μοιράσω τα δωράκια που πήρα, αλλά πάνω απ’ όλα να θέλω να γυρίσω σπίτι μου, να κοιμηθώ επιτέλους. Έβλεπα όλους τους συνεπιβάτες μου να παίρνουν τα μπαγκάζια τους και να ξεκινούν ή να κλείνουν το ταξίδι τους ολοκληρωμένα και ένιωθα σαν το παιδάκι που ξέχασε να το πάρει η μαμά του από το σχολείο.
Το μυστήριο βέβαια γύρω από την χαμένη βαλίτσα λύθηκε. Δεν πρόλαβε να πάρει την ίδια πτήση με εμένα, οπότε πήρε την επόμενη και άργησε να γυρίσει σπίτι… Νομίζω αν με έπαιρνε τηλέφωνο να μου το πει να μην είχα ανησυχήσει τόσο…
Κάπως έτσι τελείωσε το ταξίδι μου στο Δουβλίνο.
Η αλήθεια είναι πως τις πρώτες μέρες ένιωθα την πόλη να μου σκάει μούντζες και να μου λέει «Άντε γύρνα στο σπιτάκι σου καλομαθημένο φυτουκλάκι, εδώ είναι Ιρλανδία, δεν είναι παίξε γέλασε», αλλά προς το τέλος δεν ήθελα να φύγω. Τους πρότεινα μάλιστα να με απαγάγουν –για να μην έχω ευθύνη που δεν γύρισα στη δουλειά, χάλασαν οι άδειες κτλ- αλλά δεν το έκανε κανείς…
Κρίμα.
Αυτοί έχασαν…
Thursday, July 19, 2007
Το όνειρο
…
Έσβησα το φως και αποκοιμήθηκα μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου.
Εντάξει, η αλήθεια είναι πως στη δουλειά δεν είμαι και το πιο χαλαρό άτομο του κόσμου, πάντα υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να υστεριάσω, με αποτέλεσμα μόλις γυρνάω σπίτι να είμαι κομμάτια.
Κοιμήθηκα λοιπόν, με τη σιγουριά πως θα είμαι την επόμενη μέρα ξεκούραστη, χαλαρή, άνετη, οκτώ ώρες θα έκλεινα, άλλωστε…
Το πρωί που χτύπησε το ξυπνητήρι μου όμως ήμουν κομμάτια. Ήμουν τόσο χάλια που λίγο έλειψε να μην έρθω καν στη δουλειά.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας προσπαθούσα να σκεφτώ γιατί νιώθω τόσο χάλια και δεν έβρισκα λόγο, μέχρι που θυμήθηκα το όνειρο που είδα.
Ήμουν, λέει, οι δίδυμοι γιοι του Ζαν Κλωντ Βαν Νταμ, και όχι μόνο ήμουν οι δίδυμοι γιοι του, αλλά μοιάζαμε (δύο γαρ) στον Ζαν Κλωντ σαν τρεις (!) σταγόνες νερό, μόνο που εμείς ήμασταν απλά λίγο πιο συρρικνωμένοι. Και δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά μπαίναμε και στο αυτοκίνητο εκείνη την ώρα να πάμε σε αγώνες kick boxing, στους οποίους μάλιστα θα συμμετείχαμε ως μαθητές σχολής kick boxing. Φανταστείτε εμένα –ροδαλή και παχουλή- να έχω γίνει φτυστή ο Ζαν Κλωντ, να φοράω μαύρη στολή σαν τον σαμουράι και να κάνω «χουα- χο-χεπ-ααααααααααϊα!».
Μια φρίκη…
Τουλάχιστον τώρα που κοιτάζομαι πάλι στον καθρέφτη, παρατηρώ πως ευτυχώς ουδεμία ομοιότις…
Tuesday, July 03, 2007
Η εβδομάδα των γιατρών
ενδοκρινολόγο
γυναικολόγο
παθολόγο
δερματολόγο
κάθε πέντε χρόνια παίζει σέντρα και ο βυζολόγος (στην επιστημονική ορολογία μαστολόγος).
Βέβαια αυτό θεωρητικά το κάνω κάθε Άνοιξη. Η εβδομάδα των γιατρώ όσο πάει και μετατίθεται. Τον ένα χρόνο είναι την Άνοιξη, τον επόμενο αρχές καλοκαιριού, τώρα έφτασα αρχές Ιουλίου. Είναι τόσο βαρετές αυτές οι μέρες που θα φύγω από τη δουλειά μου το απόγευμα και θα μπαστακωθώ στην αίθουσα αναμονής για μία και δύο ώρες, θα κοιτάζομαι με τους υπολοίπους κατά φαντασία και μη ασθενείς, θα σιχτιρίσω την ώρα και τη στιγμή που δεν έκανα μια απλή εισαγωγή σε νοσοκομείο –αν και γι’ αυτό θα πρέπει να πάρω άδεια, άρα θα πρέπει να βρω αντικαταστάτη στη δουλειά, πράγμα στην ουσία αδύνατο-, θα συνεχίσω να περιμένω και στο τέλος θα με καλέσει ο γιατρός στο γραφείο του.
Εκεί θα συμβούν διαφορετικά κατά περίπτωση πράγματα. Ο ενδοκρινολόγος θα με ζουπήξει στο λαιμό, θα μου πάρει την πίεση και θα με χρεώσει 100 ευρώ (έχω/δεν έχω κάτι, δεν έχει σημασία). Ο γυναικολόγος θα με παραπέμψει στις πεντακόσιες γραμματείς και νοσοκόμες του, θα με καθίσει στο σούπερ λουξ διαστημικό γυναικολογικό κάθισμα, θα με εξετάσει, και μετά η γραμματέας του θα μου πει πως επειδή είμαστε γνωστοί και φίλοι θα πληρώσω μόνο (!) 150 ευρώ –χωρίς απόδειξη εννοείται. Αυτόν τον γιατρό θα τον κλάσω λίγο καιρό μετά, δε θα ξαναπατήσω στο ντιζαϊνάτο ιατρείο του. Όταν βγάζω μύκητες, θέλω να μπορώ να μιλήσω μαζί του και όχι με τις γραμματείς του! Όταν νομίζω πως είμαι έγκυος θέλω να με καθησυχάσει/βρίσει/ορίσει ημερομηνία διαγραφής ο ίδιος και όχι η νοσοκόμα του!
Έπειτα θα πάω στον παθολόγο. Θα δει τις εξετάσεις μου, μαζί με τα πορίσματα των άλλων δύο, θα μου ξαναπάρει την πίεση, θα κάνει με σημασία «Αχαααα, χμμμ, όπως τα φαντάστηκα», θα με βρει απόλυτα υγιή και θα με χρεώσει 80 ευρώ –ούτε αυτός θα μου δώσει απόδειξη.
Σειρά έχει μετά ο δερματολόγος. Εκεί κι αν θα περιμένω στην αίθουσα αναμονής. Παράλληλα με το δερματολογικό λειτουργεί ο ιατρός και κέντρο αισθητικής, οπότε συγκεντρώνεται εκεί μέσα κάθε ακμή, σπυρί και κηλίδα. Περιμένω, περιμένω, περιμένω, είμαι σίγουρη πως θα μου βρει επιτέλους κάτι, τόσα λεφτά έχω ξοδέψει μέχρι στιγμής για να μου ξαναπούν πως είμαι μια χαρά, έχω και αυτά τα περίεργα σπυράκια στα χέρια. Το λιγότερο στρεπτόκοκκος.
«Ψυχοσωματικό» θα αποφανθεί ο γιατρός και θα μου ζητήσει 100 ευρώ. Θα έχω κάτσει στο γραφείο του μόλις δέκα λεπτά…
Το πραγματικό ερώτημα που προκύπτει από όλο αυτό το πατιρντί είναι απλό.
Γιατί δεν έγινα γιατρός, ο μαλάκας;
Είναι δυνατόν οι άνθρωποι που υποτίθεται πως θεραπεύουν τον κόσμο, να είναι οι βασικότεροι παράγοντες της παραοικονομίας –και απαντώ αμέσως ναι, φυσικά, εννοείται, δεν είμαι τόσο αφελής, απλά έπρεπε έστω και ρητορικά να θέσω την ερώτηση.
και τέλος θέλω να ρωτήσω: Είμαστε τόσο δειλοί και ανίκανοι να αντιδράσουμε σε αυτό; Πώς είναι δυνατόν να δεχόμαστε μια τέτοια εκμετάλλευση; Πώς ανεχόμαστε να χρυσοπληρώνουμε ανθρώπους, οι οποίοι δε λέω, σώζουν κατά καιρούς ζωές, αν και τον υπόλοιπο καιρό ξύνονται, είναι γελοίοι και τραμπούκοι;
Πολλά και φιλοσοφικά τα ερωτήματα. Όσο όμως δεν κάνω κι εγώ κάτι γι’ αυτά, θα συνεχίσω κάθε χρόνο να πληρώνω περί τα 300 ευρώ σε εξετάσεις, γιατρούς και πορίσματα, από το φόβο και μόνο μήπως πάθω κάτι. Τελικά ποιος είναι πιο μαλάκας; Εγώ ή αυτοί;
(αναγνωρίζουμε φυσικά πώς ανάμεσα σε όλους αυτούς υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις. ο αριθμός τους όμως το μόνο που κάνει είναι να επιβεβαιώνει τον κανόνα).
Monday, June 18, 2007
ΜΠΑΝΑΚΙ-ΜΑΝΑΚΙ
Χτυπάει τηλέφωνο.
«Ναι;» -προσθέτουμε ηχητικά εφέ, όπως χασμουρητό, φωνή κλεισμένη από το ξενύχτι και τα τσιγάρα, μη μιλήσει κανείς για την μυρωδιά της ανάσας μετά από τόσες ώρες κλεισούρας.
«Έλα», πάμε για μπάνιο;»
«Που;» το απότομο ξύπνημα, λόγω τηλεφώνου, δεν επιτρέπει απαντήσεις μεγαλύτερες της μίας λέξης.
«Δεν ξέρω, θα πάρω το φίλο μου τον Παναγιώτη και θα δούμε».
«Καλά θα τα πούμε αργότερα».
Το τηλέφωνο κλείνει. Σηκώνομαι από το κρεβάτι τρεκλίζοντας, η μέση μου είναι πιασμένη –από τον ύπνο και την επαναστατική μου άρνηση να αθληθώ-, πάω στο μπάνιο, κατουράω, πλένω τη μούρη μου, φοράω τα γυαλιά μου –καθότι ημίτυφλη χωρίς αυτά-, ανοίγω τα παντζούρια μου και σκάει πάνω μου το πρώτο κύμα ζέστης.
Έχω δύο επιλογές, καθότι Κυριακή. Να σαπίσω στο σπίτι, να μην κουνηθώ καθόλου ή να πάω για μπάνιο. Παίρνω λοιπόν ξανά τηλέφωνο.
«Πάμε για μπάνιο».
«Ωραία».
«Που;» -παρότι έπεσε νερό στη μούρη, ο εγκέφαλος συνεχίζει να επιτρέπει μονάχα μονολεκτικές φράσεις, άντε και των τριών λέξεων.
Με τα πολλά έμαθα πως θα πάμε πέρα από το Γραμματικό. Έπρεπε λοιπόν να διασχίσω την Αττική, να ξεκινήσω από Μεσόγεια για να φτάσω Άγιο Αντώνιο –με περιβολή μπάνιου!!!- για να με παραλάβουν με το αυτοκίνητο.
Όντως το έκανα. Παρέβλεψα πως με κοιτούσαν σαν την τρελή στο μετρό –φορούσα φορεματάκι άνετο, καθόλου κολακευτικό για τα παραπανίσια μου κιλά και μια πουκαμίσα μακριμάνικη από πάνω για να γλιτώσω λίγο από τον ήλιο.
Έφτασα στον Άγιο Αντώνιο, μπήκα στο αυτοκίνητο και με το γιο της φίλης μου να κλάνει ασύστολα και βρωμερά, και ξεκινήσαμε το ταξιδάκι για να φτάσουμε πέρα από το Γραμματικό.
Περάσαμε την Εθνική, περάσαμε το Καπανδρίτη, τον Βαρνάβα, το Γραμματικό και συναντώντας εκεί δεύτερο αυτοκίνητο –φίλου του φίλου της φίλης μου- συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Κάποια στιγμή περάσαμε από ένα κόψιμο των βράχων στα δύο, ένιωσα σαν την Αργώ όταν περνούσε τις Συμπληγάδες Πέτρες και ξαφνικά βγήκαμε από τον πολιτισμό. Χωματόδρομος, όχι απλά με χωματάκι και πετρούλες, αλλά με βράχους και κοτρόνες. Η φίλη μου αρχίζει να αγχώνεται. Το αυτοκίνητο είναι μόλις μιας εβδομάδας.
«Μην αγχώνεσαι», της απαντάει ο φίλος. «Για να βρεις καλή παραλία, πρέπει να φύγεις λίγο πιο μακριά, να ταξιδέψεις».
Ώπα, σκέφτηκα, αρχίσαμε και τα διανοουμενοφιλοσοφίζοντα. Τι θα ακολουθήσει; Γιόγκα στο αυτοκίνητο;
Το κορίτσι δεν βγάζει μιλιά και συνεχίζει, βογκώντας κάθε φορά που άκουγε μια πέτρα να σκάει κάτω από το ολόφρεσκο μεταφορικό της.
Με τα πολλά και κατά καιρούς γλιτώνοντας να πέσουμε στο γκρεμό από θαύμα, φτάσαμε στην παραλία. Πράγματι δεν είχε κόσμο. Με μεγάλα βότσαλα, μια εκκλησία που είχε μετατραπεί σε εξοχικό Πακιστανών μεταναστών, οι οποίοι έψηναν το σουβλάκι τους και έκαναν το μπανάκι τους –πολύ τους ζήλεψα, καθότι έφυγα από το σπίτι βιαστικά και ήδη με είχε κόψει η πείνα- με αρκετή ησυχία και σχεδόν καθόλου κόσμο, είπα πως πράγματι, άξιζε η ταλαιπωρία. Ωραία ήταν εκεί. Μόλις ετοιμαστήκαμε όμως να στρώσουμε πετσέτες και τα συναφή μας λέει ο φίλος:
«Δεν είναι εδώ, θα πάμε παρακάτω».
Κοιτάζω η γυναίκα παρακάτω, δεν βλέπω τίποτα. Η παραλία τελείωνε σε μια κάθετη γκρεμίλα, με βράχους λείους από τη θάλασσα, σχεδόν κάθετους και ένα σκουριασμένο συρματόπλεγμα να χωρίζει τους βράχους από τον αρχαιολογικό χώρο του Ραμνούντα.
«Που παρακάτω;» τόλμησα να ρωτήσω, αλλά ο φιλοσοφημένος σαραντάρης που ακόμα έμενε με τους γονείς του δεν μπήκε στον κόπο να μου απαντήσει. Προχώρησα λοιπόν κι εγώ με την ελπίδα να μου έχει ξεφύγει της προσοχής μου κάποιο μονοπατάκι, κάποια δίοδος.
Φευ! Όταν τον είδα να ανεβαίνει στους βράχους με μοναδικό στήριγμα το σκουριασμένο συρματόπλεγμα, με έπιασε σύγκρυο. Έμεινα λίγο σκεπτική, είδα όμως και τη φίλη μου με την απόγνωση ζωγραφισμένη στο μάτι, να έχει βουτήξει τσάντα και παιδί και να ξεκινάει κι εκείνη. Πήρα μια βαθιά αναπνοή και γαντζώθηκα κι εγώ στο συρματόπλεγμα. Στον ένα ώμο κράταγα την τσάντα, στο άλλο χέρι την παντόφλα –γιατί παντόφλα έχω μάθει να φοράω όταν πάω για μπάνιο, όχι ορειβατικά!- και έκανα την απόπειρα. Ευτυχώς πέτυχε και σύντομα βρέθηκα στην απέναντι πλευρά με την αδρεναλίνη μου να έχει ανέβει στα ύψη.
Εκεί είχαν ήδη απλώσει τα πράγματά τους οι «χίπιδες» φίλοι του φίλου, έχοντας μαζί και δύο παιδάκια εννιά χρονών. Ο μπάφος είχε ήδη ανάψει και έκανε γύρες, εμείς ευτυχώς ως αουτσάιντερς δεν θεωρηθήκαμε άξιες να συμπεριληφθούμε στο γύρο.
Η αλήθεια είναι πως η θάλασσα ήταν πολύ όμορφη, δροσερή, έσφιξε και για καμιά βδομάδα ο κώλος μας, έκλεισαν οι πόροι, οι πέτρες όμως και τα βότσαλα ήταν τόσο κοφτερά που σχεδόν δεν μπορούσαμε να σταθούμε.
Αργότερα, κατά τις οκτώ το βράδυ είπαμε να ξεκινήσουμε το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής. Αφού μάθαμε πως η μια εκ των φίλων του φίλου της φίλης μου, σκληραγωγεί τα παιδιά της για να μην αγχώνεται μήπως πάθουν τίποτα, τους είδαμε να σκαρφαλώνουν στην κορυφή ενός βράχου και να κάνουν γιόγκα –ή τέλος πάντων να λένε πως διαλογίζονται, έρχονται σε επαφή με τη φύση κτλ-, παρακολουθήσαμε το ταξίδι ενός δεύτερου μπάφου –από το οποίο ευτυχώς αποκλειστήκαμε ξανά, και απλώς αναρωτηθήκαμε τι ‘φταίγαν τα παιδάκια να φάνε το ντουμάνι- αφού αποφασίσαμε επιτέλους πως αρκετά όλη η ταλαιπωρία, ας γυρίσουμε στην Αθήνα, να φάμε τίποτα γιατί μας είχε κόψει λόρδα, υποστήκαμε ξανά τη διαδικασία του σκαρφαλώνειν τους βράχους, κρεμάμενοι από το σκουριασμένο συρματόπλεγμα, και γυρίσαμε πίσω.
Έτσι όπως ήμασταν, με τα ρούχα του μπάνιου, το αλάτι και την πείνα της θάλασσας καταλήξαμε σε συμπαθητικό εστιατόριο σε ταράτσα του Ψυρρή, να αναρωτιόμαστε το εξής απλό:
Γιατί αυτή η γενιά των σημερινών σαραντάρηδων είναι τόσο καμένη; Και όχι μόνοι αυτοί. Γιατί πρέπει ο κόσμος να χωρίζεται στους γιάπηδες και στους χύμα – η ορολογία του γράφοντος. Γιατί δεν μπορεί ένας άνθρωπος να είναι εναλλακτικός χωρίς να τρέχει απαραίτητα σε κάθε ραχούλα και να κάνει μπάφους μπροστά στα παιδιά του; Γιατί να μην έχει μια καλή δουλειά χωρίς να πάει το καλοκαίρι στη Μύκονο ή στα καλύτερα ξενοδοχεία –ή στα χειρότερα, αλλά απαραίτητα ξενοδοχεία;
Αυτό αναρωτιόμασταν. Γιατί πρέπει ο κόσμος να είναι τόσο των άκρων… Υπάρχουν τόσο όμορφα πράγματα στο ενδιάμεσο…
Τέλος πάντων. Το συμπέρασμα ήταν πως άσχετα με την παρέα, έκανα το πρώτο μου μπάνιο, έβρεξα την κορμάρα μου στην Βόρεια Αττική και από τα σκαρφαλώματα έχει σφίξει ο γλουτός.
Άντε και την επόμενη εβδομάδα –κάπου πιο ανθρώπινα, ελπίζω…
Friday, June 01, 2007
ΓΛΥΚΟ ΦΛΕΡΤ
- ύψος: ένα κι ένα μιλκομπούκαλο (σχεδόν χανόταν πίσω από το τιμόνι)
- σώμα: βιοχλαπάτσα
- πρόσωπο: βατραχοειδές, πλατύ, το ένα μάτι να κοιτάει εδώ και το άλλο στο διάολο.
- μαλλιά: κοντό, κατσαρό, γιδίσιο με λίγα λόγια
Ο λόγος για τον οποίο μπορώ να πω πως τα παρατήρησα όλα αύτά είναι πως συνέχεια γυρνούσε και με κοιτούσε, σε βαθμό να διαφύγουμε μια-δυο φορές του τρακαρίσματος μόνο από καθαρή τύχη.
Το ένα σημάδι ερωτικού ενδιαφέροντος ήταν αυτό το συνεχές "γυρνάω-κοιτάω-κοντεύω να τρακάρω" πράγμα (ακολουθούν άλλα δύο σημαντικότερα σημάδια).
Το δεύτερο σημάδι ήταν η προθυμία του να μου αναλύσει το οικονομικό του υπόβαθρο -εργάζεται έξι μήνες το χρόνο ως ναυτικός, κερδίζοντας 20.000 ευρώ και τους υπόλοιπους μήνες κάθεται τους τρεις, και τους άλλους τρεις δουλεύει το ταξί "για να μη χολοσκάει, βρε παιδί μου, με πιάνεις;". Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάλυση του ποσού που κερδίζει στα καράβια, καθώς και στην "μπέικη" ζωή που κάνει μετά όταν επιστρέφει, καπνίζοντας κουβανέζικα πούρα "να", μεγαλύτερα από εκείνου του βουλευτή που μένει στη γειτονιά του και που δεν του μίλαγε γιατί παλιότερα του είχε ζητήσει (του βουλευτή) μια χάρη κι εκείνος τον έγραψε, αλλά τώρα που είχε μεγαλύτερο πούρο από το δικό του, ούτε να τον κλάσει δεν ήθελε!
Μετά την ανάλυση της οικονομικής του κατάστασης, πέρασε σε δεύτερο μέρος. Ανέπτυξε πως θέλει τη γυναίκα -τη θέλει "ΓΥΝΑΙΚΑ"- και πως δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με το ζευγάρι η μάνα της γυναίκας. Φαντάζομαι πως εκείνος είτε είναι ορφανός, είτε η μάνα του δεν έχει γλώσσα, οπότε και δεν τον ενοχλεί.
Το τρίτο όμως και σημαντικότερο σημάδι του "πεσίματος" ήταν ο χαρακτηρισμός μου ως "ζωγραφιά", η σιγουριά πως είμαι πέντε χρόνια μικρότερη απ' ότι είμαι, και φυσικά η μεγάλη πρόταση να πάμε για καφέ.
Λοιπόν... Όσο ακούς απλά κάποιον να μιλάει, βάζεις στον αυτόματο το "ναι, βεβαίως, δίκιο εχετε, εδώ πάμε αριστερά κτλ". Όταν όμως συμβαίνει και αυτό το ευτράπελο -διατί περί τέτοιου πρόκειται- απλά προσπαθείς να μη γελάσεις!
Ακόμα καλυτερα γίνονται τα πράγματα όταν πρασπαθείς με ευγενικό τρόπο να του εξηγήσεις πως "δε μας χέζεις, ρε φίλε!". Και αρχίζουν τότε οι δικαιολογίες -βράδυ γαρ, και μοναχικά στην περιοχή διαμονής μου- πως με περιμένει ο καλός μου στο σπίτι -που τέτοια τύχη!- και πως θα πρέπει για το λόγο αυτό και μόνο να αρνηθώ, γιατί διαφορετικά θα το ήθελα πολύ-πολύ να πάω για καφέ μαζί του!
Αυτή ήταν η χτεσινή μου εμπειρία. Όσο ζω μαθαίνω. Τέλικά καταλήγω πως οι άντρες δεν έχουν κριτίριο. Αρκεί να έχει δύο πόδια που ανοίγουν...
Τι να πω...
Ν, σαι καλά, ταρίφα, με έκανες και γέλασα!

Saturday, May 19, 2007
ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ
Ωραία, από τη μια λοιπόν έχουμε τα σφαλιαρίδια, τα μπουκέτα, τα καψίματα κάδων -ο δήμος έπρεπε να είναι ευγνώμων, γλιτώνει και την καύση απορριμάτων-, την τρομοκρατική εικόνα -δε θέλω να βλέπεις τη μάπα μου και φοράω κουκούλα, γιατί είμαι λεπρός, μου έχει πέσει η μύτη και τα δόντια και έχει αρχίσει να εξαφανίζεται από τη νόσο και το δεξί μου μάγουλο (είμαι σίγουρη πως ακόμα και στο πουλί θα έχει μια μαύρη λωρίδα ή θα φοράει κράνος, γιατί και αυτό θα έχει πέσει. Αν δεν είχε πέσει και ήξερε να το χρησιμοποιήσει, η υπερβολική τεστοστερόνη θα είχε αν μη τι άλλο εκτονωθεί). Σίγουρα πρόκειται περί νόσου ο λόγος απόκρυψης του προσώπου, γιατί αλλιώς θα έπρεπε να έχει την δύναμη της άποψης και πράξης του και να το δείχνει. Το δικό μου γιατί το βλέπουν κάθε φορά που λέω τη γνώμη μου; )
... και από την άλλη -συγνώμη παρασύρθηκα από τη ροή του λόγου,- έχουμε την έκφραση απόψεων πάνω σε τοίχους κτιρίων και σπιτιών, μάντρες και κολώνες.
Εύγε!
Αυτό δεν είναιχτύπημα ενάντια στην εξουσία, είναι χτύπημα στην ελληνική ορθογραφία. Αν και μπορώ να φανταστώ τη σύνδεση εξουσίας-ορθογραφίας-σχολικής καταπίεσης-καπιταλιστικού συστήματος-απουσίας σεξ.
Ναί, τώρα είναι όλα ξεκάθαρα!
Και προς τον τιμημένο συγγραφέα του μηνύματος:
Αφού το γράφεις, που το γράφεις, γράφτο σωστά, ωρέ άχρηστε!
Αυτά από εμένα σήμερα, για τις απόψεις μου για τους μπάχαλους.
Τα λέμε αργότερα με καίρια πολιτικά και κοινωνικά θέματα...
(Αυτό είναι απειλή. Μόνο ο Σφακιανάκης κι εγώ θα καταπιανόμαστε με αυτά τα ζητήματα).
Wednesday, May 09, 2007
Monday, April 30, 2007
Saturday, April 21, 2007
Ο ΦΥΛΑΚΑΣ
... ενός άγρυπνου φρουρού...
ΤΟ ΚΟΜΜΩΤΗΡΙΟ

Sunday, April 15, 2007
Saturday, April 07, 2007
ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Saturday, March 24, 2007
ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ;;;
Η μικρή Μαρία οσο πάει και μαθαίνει... Μετά από μήνες κατάφερε να δημιουργήσει μια σωστή λεκτρονική διεύθυνση για να μπαίνει και να γράφει στο "μπλογκ" της -συγχωρήστε το ελληνικό, δεν αλλάζει εύκολα η γραμματοσειρά στον εξελιγμένο υπολογιστή που κάθεται...
και αποφασίζει ξανά να γράψει. Να επικοινωνήσει με το κοινό της, τα πλήθη που παραληρούν, που κόβουν τις φλέβες τους, που έπεσαν σε βαριάς μορφής κατάθλιψη τόσο καιρό που η μικρή Μαρία (αλλά μεγάλη σταρ) απουσίασε από τα πολιτιστικά δρώμενα.
Θα επικοινωνήσει λοιπόν με το κοινό της με το εξής βαρύ, τραγικό και ανυπόφορο ερώτημα:
"ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΜΕ ΤΑ ΣΑΒΒΑΤΑ";
Είναι Σάββατο απόγευμα. Και, ναι, η μικρή Μαρία βρίσκεται στη δουλειά... Από τις 9.οο το πρωί χάφτει μύγες, έχει συγυρίσει και έχει ξανασυγυρίσει, έχει ξεσκονίσει, έχει φάει, έχει παίξει ναρκαλιευτή -και έχει χάσει επανηλημμένα-, έχει παίξει πασιέντζα -και νίκησε, ας χειροκροτήσουμε όλοι μαζί!- και απλώς περιμένει να περάσει η ώρα για να φύγει από το καταραμένο μέρος που το λένε γραφείο -αλλά όποτε την ρωτούν πως περνάει εκεί, χαμογελάει με το ύφος πολλών καρδιναλίων και λέει με κουλ τρόπο (εκείνη την ώρα λαμπυρίζει και το δοντάκι)- "Τέλεια! Δε θα μπορούσα να είμαι πιο τυχερή..."
Και όσο περιμένει να περάσει η ώρα, αναρωτιέται πράγματα υπαρξιστικής φύσεων -ποιος είμαι, που πάω, τι είν' ο κάβουρας, τι 'ν' και το ζουμί του...
ΒΟΗΘΕΙΑ!!!!!!!!!! Η μικρή Μαρία κοντεύει να πάρει φόρα και να πέσει από το παράθυρο. Αλλα ακόμα και γι' αύτό έχει προνοήσει το σεβαστό αφεντικό της, ο Βούδας, ο ύψιστος των υψίστων, ο Θεός. Το γραφείο της δεν έχει παράθυρο.
Παραμένει λοιπόν να αναρωτιέται, τι να κάνει για να περάσει η ώρα. Τι μπορεί να κάνει κανείς στην τραγική αναμονή, όταν δεν περνάει η ώρα και συνειδητοποιεί την βαρύτητα του λεπτού, του δευτερολέπτου, του κλάσματος -ευτυχώς υπάρχουν και οι ναρκωτικές ουσίες.
Παίρνει στα χέρια το κινητό της. Ανακαλεί από τη μνήμη έναν αριθμό και καλεί.
Αλί!
Περιμένει να ακούσει τη φίλη της, να ανοίξει την ψυχή της στην κολλητή της...
Στράφηκε σε κείνη σαν τελευταία σανίδα σωτηρίας -ο μικρός Μήτσος την έκλασε παίζοντας τάβλι, λιαζόμενος σε κοσμική καφετέρια στο Θησείο...- αλλά η φίλη κοιμόταν... Ακριβώς ότι έπρεπε να κάνει η ίδια η μικρή Μαρία. Να είναι αγκαλιά με το μαξιλάρι, κουκουλωμένη στο κρεβάτι, να μπαίνει από το παράθυρο ο ήλιος-ευτυχώς στο δωμάτιό της έχει παράθυρο- , κι εκείνη να κοιμάται, να χουζουρεύει, να μην κάνει τίποτα.
Έχει κερδίσει το δικαίωμα στο κοπροσκύλιασμα και στο ρεπό! Έχει κερδίσει το δικαίωμα το Σάββατο να είναι κουκουλωμένη στο κρεβάτι, στις 5.οο το απόγευμα.
Φευ!
Πράγματι είναι 5.00, πράγματι είναι Σάββατο, πράγματι ο ήλιος λάμπει, αλλά η μιρκή Μαρία περιμένει ακόμα να περάσει η ώρα για να φύγει από το γραφείο... Η καθημερινότητα φαντάζει τραγική... Δεν έχει καν το κουράγιο να γράψει κάτι σοβαρό για το κοινό της...
Προτού κλείσει έχει να κάνει μια μόνο ερώτηση:
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 16, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΞΕΣΗΚΩΘΟΥΝ, ΝΑ ΣΚΙΣΟΥΝ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥΣ, ΝΑ ΤΡΑΒΗΞΟΥΝ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥΣ, ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΟΥ ΣΑΠΙΣΜΑΤΟΣ ;;;
Thursday, November 30, 2006
Η μικρή Μαρία στο Ναύπλιο
Είχε ξαναπάει η μικρή Μαρία στο Ναύπλιο, αλλά ήτανε παιδούλα τότες, και δε θυμόταν και πολλά.
Μέχρι που ξαναπήγε το προηγούμεο Σαββατοκύριακο με αφορμή την 4η Σύνάντηση Νέων Συγγραφέων. Ωραίο το Ναύπλιο, καλός ο καιρός και το ξενοδοχείο μια χαρούλα ήταν- έκανε βέβαια λίγο αεροβική για να χωρέσει στο μπάνιο, αλλά αφού ήταν για καλό σκοπό, χαλάλι. Έσερνε και τη μικρή της αδερφή μαζί. Για να έχει παρέα στα ψώνια και στον ύπνο, γιατί τα βράδια τηρούσε ωράριο καλογραίας. Με τις κότες κοιμότανε (όχι αγκαλίτσα), με τις καμπάνες της εκκλησιάς σηκωνότανε. Όμορφα πέρασε.
Τη Δευτέρα μόνο δεν είχε πολύ κουράγιο στη δουλειά, και την έπαιρνε ο ύπνος μπροστά στον υπολογιστή.
Θα αναρωτηθεί κανείς: Γιατί, καλή μου; Μήπως ξενύχτησες; Μήπως υπερκουράστηκες; Εκδρομούλα ήσανε!
Παρ' όλ' αυτά η μικρή Μαρία κοιμόταν σχεδόν όλη τη Δευτέρα στο γραφείο της.
Πράγματι ήταν πολύ ωραία εμπειρία. Στη συνάντηση (που διοργάνωσε η Λώρη με το ΝΑ ΕΝΑ ΜΗΛΟ) μίλησε κιόλας. Και τι είπε! Θα τη ζήλευαν και οι μεγαλύτεροι ρήτορες, συντονίζοντας την πρώτη συνεδρία. Όλο το βράδυ έκανε πρόβα με την αδερφή της στην ανάγνωση.
"Σαν καρδιογράφημα νεκρού διαβάζεις", της έλεγε η μικρή, με εμπειρία μαθημάτων υποκριτικής, και η μικρή Μαρία διάβαζε και διάβαζε και διάβαζε, μέχρι να μπει το κείμενο στο πετσί της, να το ζήσει, να το βιώσει, να το κάνει σκουπίδι και να το αναδημιουργήσει, να το... -α, σόρυ, εισήγηση ήταν, όχι ο Μάκβεθ.
Τέλος πάντων, το έμαθε, το είπε, έκανε τα λιγότερα δυνατά λάθη, περιόρισε τα "εεεεεεεεεεε" στα 5 ανά δευτερόλεπτο και σε γενικές γραμμές δεν έγινε ρεζίλι. Κάτι ήταν κι αυτό. Είχε ενδιαφέρον. Χρησιμοποίησε και τις γνώσεις της περί πειθαρχίας των πεντάχρονων από τότε που δούλευε στον παιδότοπο και όλα κύλισαν ρολόι...
Αλλά και αυτά που άκουσε ήταν πολύ καλά! Συζήτησαν, έμαθε πράγματα που δεν είχε ξανασκεφτεί, αναθεώρησε για πολλές μαλακίες που θεωρούσε δεδομένες, γνώρισε γνωστούς και μη συγγραφείς (μη γνωστούς όχι μη συγγραφείς) και στο τέλος κοιμόταν -ή προσπαθούσε τουλάχιστον να κοιμηθεί- στο μικρό εκείνο πουλμανάκι που δεν τους πήγαινε στο ΠΙΚΠΑ, αλλά τους γύρναγε στα σπιτάκια τους στην Αθήνα (ε, και ΠΙΚΠΑ να λέγαμε, δε θα πέφταμε έξω...).
Άντε, μακάρι και του χρόνου στην Ελβετία!


